Πέμπτη, 16 Ιουνίου 2011

Ὁ θεὸς κι ὁ Λάρρυ

«Δὲν κοιμοῦμαι
Καιροφυλακτῶ κάτω ἀπ’ τὴν κουβέρτα
Μὲ τὰ παπούτσια, μὲ τὰ ροῦχα, ἕτοιμος
Μόλις ὁ νυχτοφύλακας ἀποκοιμιέται
Δραπετεύω ἀπὸ τὸ ἄσυλο.

Βαδίζω χειρονομῶντας, παραληρῶντας
Πίσω μου ἡ πόλη καταρρέει,
κάτ’ ἀπ’ τὸ βάρος τῶν περιστεριῶν
Βαδίζω ὅλη μου τὴ ζωὴ μαινόμενος
Ἀπ’ τὸν κρατήρα τοῦ κρανίου μου,
Ἐκτινάσσονται πυρακτωμένα μυαλὰ
Τὰ χέρια μου κρώζουν
Φεύγουν, πετοῦν στὸ ἄγνωστο μέλλον.

Ἡμιθανὴς φθάνω στὸ τέλος τοῦ κόσμου
Σχίζω μὲ τὰ δόντια τὸν ὑμένα ποὺ τὸν περιβάλλει,
Κι ἀντικρίζω τὸ πρόσωπο τοῦ θεοῦ.» 


«Εἶμ’ ὁ θεὸς κι ὀνειρευόμουν τὸν κόσμο
Αὐτὸς ὁ τρελο-Λάρρυ ποὺ ἔβλεπα ὅτι ἤμουν,
Μοῦ τράβηξε τὴ μύτη καὶ μὲ ξύπνησε.»