Παρασκευή, 11 Μαΐου 2012

Οἱ ἀγανακτισμένοι τοῦ 2011



Τὸ πλῆθος στὴν πλατεῖα ἀνάστατο
Ἐμεῖς πάλι,
Λαχανιάζουμε ἀπὸ πόθο μέσα στ’ ἀντίσκηνο
-«Θὰ σ’ ἀγαπῶ γιὰ πάντα» τῆς λέω, «ἐσύ;»
Γελᾶ
-«Μόνο γιὰ ὅσο διαρκέσει,
Ἡ μυρωδιὰ τοῦ σπέρματός σου στὸ μουνί μου.»

Ἀπ’ τὰ παράθυρα τῆς Βουλῆς,
Ἐκτινάσσονται φλεγόμενοι πολιτευτὲς
Τὴν ἀναζητῶ παντοῦ καὶ ξαφνικὰ τὴν βλέπω.
Γυμνή, ὄρθια πάνω σ’ ἕνα νέφος κατουρεῖ τὰ ΜΑΤ
Στὴ ματωμένη της παλάμη σφίγγει,
Τὰ κομμένα ὄργανα κάποιου τραπεζίτου
Κάτω ἀπ’ τὴ μασχάλη ἔχει ἕναν κόκορα.

Τὸ λάλημα τοῦ ἀλέκτορος σχίζει τὴ νύκτα
Ἀπ’ τὸ ἐκθαμβωτικὸ ἄνοιγμα,
Βάζει ὁ Θάνατος τὸ χέρι του καὶ παίρνει ἀνθρώπους.