Παρασκευή, 31 Ιανουαρίου 2014

Ἕνας τάρανδος σπρώχνει τὴ συννεφιὰ μὲ τὰ κέρατα

Κοιμῶμαι
Μαῦρες νιφάδες πέφτουν στὴν ἄβυσσο ἐντός μου
Κάτω ἀπ’ τὸ κρεβάτι δύο μικρὲς φιλοῦνται
-«Μούσκεμα εἶναι τὸ μουνί σου»
Μέσ’ ἀπ’ τ’ ἀπαρέμφατο «θεᾶσθαι,»
Κρυφοκοιτάζει ὁ Θεός.

Κράκ! ὁ τραπεζίτης Λεβιάθαν θραύει,
Ἀνθρώπινα κρανία στὰ σαγόνια του
Μαινόμενος καταβροχθίζει τὰ ἴδια του τὰ χέρια
Τὰ πόδια του, τὰ σπλάγχνα
Ἀπομένει ἕνα στόμα στὸ χῶμα π’ οὐρλιάζει.

Ὑπνοβατῶ στὴν ἔρημη Ἀθήνα
-«Ἀναζητῶ τὸ σῶμα μου,»
ψιθυρίζει ἀπ’ τὰ χείλη μου ὁ Θεὸς
Μὲ κάτι ψηλὰ καλάμια οἱ μικρές,
Ῥοφοῦν τὸ σεληνόφως.