Παρασκευή 11 Μαΐου 2012

Femme Fatale




Νύχτα ἐπισκέπτομαι τὴν μοιραία γυναίκα
«Θέλω νὰ μοῦ ἀλλάξετε τὴ ζωὴ» τῆς ζητῶ
»Νὰ ζήσω πραγματικά»
«Ἡ ζωή σας εἶναι πλεγμένη μὲ τὸν κόσμο» ἀπαντᾶ
Κι ἀπότομα μὲ τὸ στιλπνό της νύχι,
τραβᾶ ἕνα νῆμα ἀπ’ τὸ πουλόβερ μου.

Ἔκθαμβος παρακολουθῶ τὸ ξήλωμα τοῦ σώματός μου,
τῆς ψάθινης καρέκλας, τοῦ χαλιοῦ,
ὅλων ὅσων ἔκανα, εἶπα καὶ σκέφτηκα
Μαγεμένος βλέπω,
τὴν διάλυση τῶν ῥαφῶν τοῦ μυαλοῦ μου μὲ τὸν κόσμο.

Καθισμένη τώρα στὸ σκοτάδι,
πλέκει ἀραιὰ τὰ νήματα τοῦ κόσμου, τῆς ζωῆς μου
Ἀφήνει τὰ πουλιά τὰ σύννεφα τὶς θλίψεις,
νὰ διέρχονται ἐλεύθερα μέσ’ ἀπ’ τὸ σῶμα μου.

Θέ μου! εἶμαι γεμάτος φεγγαρόφωτο.

Παρασκευή 6 Απριλίου 2012

Οἱ μετανάστες




Εἴμαστε γυμνοὶ καὶ στριμωγμένοι,
μέσα σὲ μιὰ σωσίβια λέμβο
Λεπτότατες ἶνες ἀπ’ τὰ μάτια μᾶς ἕλκουν στὸ ἄγνωστο.

Στέκω πίσω ἀπὸ μιὰ μικρὴ Ἀφρικανὴ
Στὶς παλάμες της φυτρώνουν δύο κυπαρισσάκια
Ἀνάμεσα στοὺς γλουτούς της εἶναι σφηνωμένο τὸ πέος μου
«Βάλ’τον μου,» μουρμουρίζει
Τὴν γαμῶ μὲ ἀνεπαίσθητες κινήσεις τῆς λεκάνης.

Ἀποβιβαζόμεθα σὲ μιὰ ζοφερὴ πόλη
Κατὰ μῆκος τῶν λεωφόρων λαμπαδιάζουν τραπεζίτες
Ἄνθρωποι μὲ μακριὲς λόγχες ξεκοιλιάζουν τὰ νέφη,
καὶ πίνουν ἄπληστα τὸ αἷμα ποὺ ῥέει
«Στὴν κόλαση ἤρθαμε!» μουρμουρίζει τὸ κορίτσι μου.

Βοὺπ-βούπ! ὁ οὐρανὸς μᾶς τραβᾶ ἐπάνω,
καὶ μᾶς βάζει γιὰ ὕπνο στὶς αἰθέριες φωλιές του.

Σάββατο 17 Μαρτίου 2012

Ὑψικάμινοι στήν Ἀκτή




Ζῶ σὲ μιὰ τσιμεντένια καμινάδα
Μέσα εἶν’ ἕνα ἰλιγγιῶδες κλιμακοστάσιο
Σκουριασμένες στενὲς σκάλες,
ἀνελίσσονται,
συμπλέκονται,
διακλαδίζονται,
ὁδηγῶντας πολλὲς στὸ κενό,
καταρρέοντας συχνὰ μὲ ἐκκωφαντικὸ θόρυβο.
Τὸ δέρμα μου εἶναι τραχὺ
Περγαμηνῶδες
Τὰ μάτια διεσταλμένα, οἱ κινήσεις τρομώδεις
Ἀναρριχῶμαι ἐπὶ μῆνες
Πλᾶσμα λευκὸ τῆς ἀβύσσου,
ἐξαντλημένο,
τρομαγμένο,
γκρεμίζομαι
Τυφλωμένο προσπαθῶ πάλι καὶ πάλι.
Μιὰ νύχτα φθάνω στὸ κυκλικὸ ἄνοιγμα
Βλέπω ἐπιτέλους τ’ ἄστρα
Ἀφουγκράζομαι τὸν ῥόγχο τῆς θάλασσας
Παντοῦ τὴν ἀπέραντη ἀκτή,
ὑψώνονται μυριάδες ὑψικάμινοι
Στὴν καρυφή τους προβάλλουν,

κεφάλια μοναχικῶν ἀνθρώπων.

Παρασκευή 13 Ιανουαρίου 2012

Μέ τίς Λέξεις Ποτέ



Νύχτωσε
Κι ἀπ’ τὸ πρωὶ πασχίζω νὰ γράψω ἕναν πραγματικὸ στίχο,
–κάποιαν ἀλήθεια
Μάταια
Οἱ λέξεις εἶναι ψεύτικες κι ὁ κόσμος ὄνειρο.

Ἀπηυδημένος μουντζουρώνω τὸ χαρτὶ μὲ λύσσα μὲ μανία
Σχίζεται
Καὶ στροβιλιζόμενος μ’ ὅλες τὶς λέξεις καὶ τὰ πράγματα,
χανόμαστε μέσα στὸ σχίσμα.

«Ποιὰ εἶναι ἡ πραγματικότητα!» κραυγάζω στὸ κενὸ
«Ἐγωώ...» ἀποκρίνεται ἡ ἠχὼ
Ἐμπρός μου στέκει ἕνα γυμνὸ πανέμορφο κορίτσι
Μ’ ἀγκαλιάζει καὶ σιωπηλὰ κάνουμε ἔρωτα
Ἀπὸ τοὺς πόρους τοῦ δέρματός της,
γλυκὲς φωνοῦλες μοῦ ψιθυρίζουν:
«Μὲ τὶς λέξεις ποτὲ μὰ ποτὲ δὲν θὰ μάθεις ποιὰ εἶμαι.»


Παρασκευή 2 Δεκεμβρίου 2011

Τό σπίτι τῶν νεκρῶν ἐραστῶν



Βαδίζω σὲ μιὰ χιονισμένη κοιλάδα
Καὶ ξαφνικὰ ἀντιλαμβάνομαι,
ὅτι τ’ ἀποτυπώματά μου εἶναι μπροστά,
ὅτι τὸ μέλλον μου εἶναι προδιαγεγραμμένο.

Τὰ ἴχνη μου ὁδηγοῦν σ’ ἕνα μοναχικὸ σπίτι
Μπαίνω καὶ φρρ..! σμήνη πεταλούδων ἀφίπτανται
Στὸ δάπεδο γυμνό,
ἕνα δεκάχρονο κορίτσι σπαρταρᾶ ἀπὸ ἡδονὴ
Στὰ χείλη, στὶς θηλές, στὴν κλειτορίδα της,
συνωθοῦνται χρυσαλλίδες
Ἀπὸ πόθο τρέμουν τὰ φτερά τους.

Ἀπ’ τὸ παράθυρο βλέπω τὶς νιφάδες,
ποὺ λιώνουν πάνω ἀπ’τὴ φλεγόμενη πόλη
«Δὲν εἶσαι ’σὺ ποὺ κοιτάζεις τὸν κόσμο,» λέει τὸ κορίτσι
»εἶναι ὁ κόσμος ποὺ ἀντικρίζει τὸν ἑαυτό του»
Καὶ μὲ κυκλώνουν οἱ ψυχὲς μὲ τὰ πτερὰ-λεπίδες,
καὶ μοῦ κατασχίζουν τὰ μάτια. 



Τετάρτη 2 Νοεμβρίου 2011

Κοσμικό Βάλς

Μισοκοιμᾶμαι στὴν πολυθρόνα
Καίει τὸ τζάκι
Χουρχουρίζει ὁ γάτος
Ἀνεβοκατεβαίνει τὸ πελώριο φυσερὸ τοῦ σύμπαντος.

Ἔξω στὸ χιόνι τριγυρνᾶ ἕνα ἀπόκοσμο,
Ἀγκαλιάζει τὸ σπίτι
Κοιτάζει ἀπὸ τοὺς φεγγίτες κλαυθμυρίζει
«Εἶμ’ ὁ Θεὸς
Ἄφησέ με νὰ μπῶ νὰ ζεσταθῶ»
Παραγεμισμένο μὲ χιλιάδες χνοώδεις ψυχές,
πλανᾶται αἰώνια,
χωρὶς ζωή,
χωρὶς θάνατο

Ὁ γάτος,
ὁ Θεός,
ἐγὼ στὴν πολυθρόνα,
ὅλοι στροβιλιζόμαστε,
σ’ ἕνα μεθυστικὸ βὰλς στὸ ἀστρικὸ διάστημα.

Τετάρτη 5 Οκτωβρίου 2011

Χέρια Πάνω ἀπό τήν Πόλη


Γιγάντεια χέρια,
κρέμονται ἀπειλητικὰ ἐπάνω ἀπὸ τὴν πόλη
Τὰ κοιτάζουμε κατάπληκτοι
Δίπλα μου ἕνα κορίτσι ψιθυρίζει:
«Εἶναι τὰ χέρια μας ποὺ στοίχειωσαν,
γιατὶ δὲν ἀγκαλιάζουν πιά.»

Τὰ χέρια ἐφορμοῦν ἀπ’ τὸν οὐρανὸ
Τὸ πλῆθος οὐρλιάζοντας σκορπίζει πανικόβλητο
Ἀντίχειρες συνθλίβουν τοὺς ἀνθρώπους στὰ πεζοδρόμια
Γροθιές συντρίβουν πολυκατοικίες.

«Γρήγορα» λέω στὸ κορίτσι, »μάθε με ν’ ἀγκαλιάζω»
Μοῦ πιάνει τὰ χέρια, τὰ σφίγγει γύρω ἀπ’ τὴ λεπτή της μέση
Ὡς διὰ μαγείας,
στὸν οὐρανὸ τὰ χέρια γίνονται μαῦρα νέφη
Ἐνῷ βρέχει χορεύουμε ἕνα παλιὸ βιεννέζικο βάλς.