Τρίτη 3 Σεπτεμβρίου 2013

Ὁ Τυφλός


Γεννήθηκα τυφλὸς
Ἕνα μοχθηρὸ μαῦρο σκυλὶ μὲ ὁδηγεῖ στὸ δρόμο
Ὅταν χανόμαστε τὸ δέρνω ἀλύπητα.

Τὸ ἀνθρώπινο πλῆθος ἀμήχανο
Σὲ ἀπορία
Φορτωμένο σπασμένα ἀγάλματα θεῶν
Μεγάλους μύθους
Νεκρὲς γλῶσσες
Τὸ μυστήριο ἀπ’ ὅπου τ’ ἀπέσπασαν
Ποιὸς εἶναι ὁ κόσμος;
Τί διηγοῦνται οἱ λέξεις;

Περνῶ τὶς νύχτες στητὸς στὴν καρέκλα σ’ ἕνα ἄθλιο δωμάτιο
Ἀφουγκράζομαι τὸ σκοτάδι ὅπου ῥιζώνουν τὰ πράγματα
Τὸ μαῦρο ζῶο ποὺ μὲ ὁδηγεῖ γρυλίζει
Δείχνει τὰ δόντια του στὸ ἄγνωστο.



ΤΟ ΑΠΟΚΡΟΥΣΤΙΚΩΤΕΡΟ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ:


Κυριακή 28 Ιουλίου 2013

Ἡ γέννηση τοῦ Νέου Κόσμου



Ξυπνῶ κάθιδρος
Ἐντός μου,
ἕνα ἄγνωστο πλᾶσμα μοῦ κατασπαράσσει τὰ σπλάγχνα.

Kατεβαίνω τὶς σκάλες σφαδάζοντας
Στοὺς δρόμους σπαρταροῦν ἀθόρυβα,
γυμνὰ ἀνθρώπινα σώματα
Ἐπικρατεῖ ἀπόκοσμη ἡσυχία
«’Ωδῖνες εἶναι» συμπεραίνω
»γεννιέται ὁ νέος κόσμος.»

Σχίζονται τότε τὰ κορμιά,
καὶ βγαίνουν ἀπὸ μέσα,
χρυσὰ πανέμορφα πλάσματα, –οἱ ἑαυτοί μας
Προσεκτικὰ διπλώνουν τ’ ἀδειανὰ σαρκία,
τοποθετοῦν μιὰ πέτρα ἐπάνω,
κι ἀπομακρύνονται στὸ μέλλον.


ΤΟ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ ΠΟΥ ΘΑ ΣΑΣ ΔΗΛΗΤΗΡΙΑΣΕΙ:

Παρασκευή 21 Ιουνίου 2013

Ὁ Θυμός τῶν Σωμάτων



Τὸ κορίτσι ποὺ ἀγαπῶ,
ἀλείφει μὲ ἄχνη ὑδραργύρου τὸ αἰδοῖο της
–ἀπόψε τὴν ἔχει καλέσει κάποιος τραπεζίτης.
Τυφλὸς ἀπὸ λαγνεία γλείφει τὸ δηλητήριο
Πεθαίνει μὲ σπασμούς,
με τὸ κεφάλι σφιγμένο στὴ μέγγενη τῶν μηρῶν της.

Τὸ κορίτσι μου εἰσβάλλει στὸ κοινοβούλιο
Ἀνεβαίνει στὸ βῆμα, πετᾶ τὸ σουτιὲν
Πρωθυπουργὸς καὶ ὑπουργοὶ μένουν ἐνεοί· καὶ τότε,
ἀπ’ τὰ ὡραῖα στήθη δυὸ κάννες τοὺς πολυβολοῦν.

Μπόρα ξεσπᾶ
Μέσα ἀπ’ τὶς σταγόνες ποὺ σκᾶνε στὸ πεζοδρόμιο,
πετάγονται λιλιπούτειοι ἀστυφύλακες
Πανικόβλητοι τρέχουν νὰ σωθοῦν
Τὸ κορίτσι μου τοὺς πατᾶ γελῶντας.

Τὸ κορίτσι μου κοιμᾶται στὴν ἀγκαλιά μου
Αἴφνης, ἐκρήγνυται μὲ μιὰν ἐκτυφλωτικὴ λάμψη
Ἔκπληκτος κοιτάζω τὸ αἷμα της στὰ χέρια μου
Τὰ κρούσματα πληθύνονται
Παντοῦ στὴν πόλη ἀνατινάσσονται σώματα
Κατεδαφίζουν τὸν παλιό, ἑτοιμόρροπο κόσμο.


Τρίτη 21 Μαΐου 2013

Ὁ Ἑαυτός



Τὸ σῶμα μου βαδίζει στὸν ἴσκιο τῶν δένδρων
Ψηλὸ ἀδύνατο,
μὲ μακριὰ γενειάδα,
κι ἀθλητικὰ παπούτσια
Χρόνια παρατηρῶ τὴ στάση,
τὶς χειρονομίες,
τὸν τόνο τῆς φωνῆς του.

Τὶς νύχτες τοῦ στέλνω παράξενα ὄνειρα
Ἀναστατωμένο ἀναρωτιέται τί τοῦ συμβαίνει
Τί νοσταλγεῖ ἡ ψυχή του.

Θὰ μὲ ἀναγνωρίσει κάποια στιγμή ἀπὸ τὰ μάτια
Κυλῶ βαθιὰ
Εἶμαι νύχτα
Λευκὸ δένδρο
Σὲ κάποια ἀπὸ τὶς σπεῖρες μου γεννήθηκε καὶ θὰ πεθάνει.

Δευτέρα 22 Απριλίου 2013

Στό Καφέ πού Συχνάζω



Ξαφνικὰ τὰ πράγματα χάνουν τὸ νόημά τους
Μὴ ἔχοντα λόγο ὕπαρξης,
φλιτζάνια τραπέζια νομίσματα σβήνουν
Ἐξαφανίζονται μὲ τρομώδεις ἀναλαμπές.

Ἐπικρατεῖ πανικὸς
«Μὴν κουνηθῇ κανείς!»
διατάσσει ἡ ὡραία σερβιτόρος
»πρῶτα θὰ λύσετε τὸ αἴνιγμα τοῦ κόσμου»
Καὶ τραβῶντας τὸ στενό της φόρεμα,
ἀποκαλύπτεται μιὰ ἀνθισμένη κερασιὰ
Διὰ μιᾶς τὸ νόημα ἀνθίζει στὰ κεφάλια μας:
Ὁ κόσμος καὶ τὰ πράγματα,
εἶναι τὰ ἄνθη τοῦ κενοῦ
κι οἱ λέξεις, ξετρελαμένα ἔντομα.

Ἐπιστρέφοντας σπίτι,
μασῶ ζουμερὴ νύχτα καὶ φτύνω ἄστρα.

Σάββατο 16 Μαρτίου 2013

Ὁ Ἄνθρωπος μέ τά Χίλια Μάτια




Σπεύδω ἔντρομος στὰ ἐπείγοντα περιστατικὰ
Τὸ σῶμα μου ἔχει γεμίσει ἀναρίθμητα μάτια!

Νύκτα στὸν θάλαμο ἑβδομήντα τρία
Στὴ διπλανὴ κλίνη,
χίλια στόματα σ’ ἕνα ἑτοιμοθάνατο σῶμα,
προφητεύουν τὰ μέλλοντα
Ἐμφανίζεται τότε ἡ ὡραία ἰατρὸς
Εἶναι ἕνα βαθυκύανο κομμάτι θάλασσας,
στὸ σχῆμα χυτοῦ, γυναικείου σώματος
Στὰ βάθη της λευκάζουν οἱ σκελετοὶ τῶν ἐραστῶν της
«Τί συμβαίνει στ’ ἀνθρώπινα σώματα;» ῥωτῶ
«Ἀλλάζουν
Εἶναι ἡ ἐποχὴ ποὺ οἱ ἄνθρωποι γίνονται θεοί.»
Τὴν πιέζω νὰ γονατίσῃ στὴ γωνία
Πνίγει μιὰ κραυγὴ ἔκπληξης,
καθὼς τὸ πέος μου εἰσδύει στὸν πρωκτό της.

Τρέχω μὲ μύρια μάτια στὴν καταιγίδα ἀλλόφρων
Στὸν οὐρανὸ ἀστράπτουν,
οἱ κιτρινόμαυρες ἀνταύγειες μιᾶς τίγρης ποὺ ὁρμᾶ.

Παρασκευή 8 Φεβρουαρίου 2013

Βροχοποιός



Στέκω στὸ ἄνοιγμα τῆς πόρτας
Συλλέγω νέφη
Εἶμαι βροχοποιὸς
Στοὺς τοίχους ἐμφανίστηκαν παράξενες νωπογραφίες
Τρεῖς μέρες βρέχει
Στὴ στέγη ἄνοιξαν τρύπες ἀμέτρητες.

Νοῦς μου εἶναι τὸ σύννεφο μὲ τὰ χίλια μάτια
Ἀκολουθεῖ τὴν τύχη καὶ τὸν ἄνεμο
Οἱ μορφές του γεννιοῦνται ἡ μία μέσα ἀπὸ τὴν ἄλλη
Ἄλλοτε βρίσκουν νόημα οἱ άνθρωποι
Ἄλλοτε ὄχι.

Νύχτα, βαδίζω σκυφτὸς
Τὰ ροῦχα μου ἀχνίζουν
Ἀντὶ γιὰ φανὸ θυέλλης,
μιὰ σταγόνα λάμπει στὴ μύτη μου
Φέγγει τὸν κόσμο.

ΑΓΓΕΛΟΙ ΚΑΡΦΩΝΟΝΤΑΙ ΜΕ ΤΟ ΚΕΦΑΛΙ ΣΤΗΝ ΑΣΦΑΛΤΟ