Παρασκευή 31 Ιανουαρίου 2014

Τό Ἐκμαγεῖο τῶν Σωμάτων


Ὁ χῶρος εἶμαι, –τὸ ἐκμαγεῖο τῶν σωμάτων
Ἐντός μου ἀποτυπώνεται,
ἕνα γυναικεῖο σῶμα ποὺ χορεύει ἐκστατικὰ
Μ’ ἀναζητεῖ παντοῦ μὲ ὅλο της τὸ δέρμα,
ἀραιώνει,
ἑνώνεται μαζί μου.

Τὸ σῶμα τοῦ ποιητῆ σὲ στάση ὀκλαδὸν
Στὴν κόγχη τῆς κοιλιᾶς του καίει μιὰ φλόγα
Στὶς ἄκρες τῶν δακτύλων του,
στριφογυρίζουν δέκα μανιασμένα μάτια
Σκληρὸ τρίχωμα τράγου καλύπτει τὴ γλῶσσα του
Κραυγάζει στίχους
Μὲ τὶς φωνὲς ἀπωθεῖ τὸ σκοτάδι
Δημιουργεῖ χῶρο γιὰ νὰ ἐπιβιώσει
Ἀστραπιαῖα μιὰ κραυγή κρυσταλλώνεται στὴ νύκτα.

Ὁ χῶρος εἶμαι
Ἀχανεῖς ἐκτάσεις μου συμπυκνώνονται,
γίνονται πάλι τὸ γυναικείο σῶμα ποὺ χορεύει.

Κυριακή 1 Δεκεμβρίου 2013

Ἀλχημιστής μέ Φτεροῦγες



Εἶμαι ψηλὸς ὀστεώδης
Πηγαίνω στὴν ἐργασία μου φορῶντας,
μαῦρο στενό, παλιομοδίτικο κοστούμι
Ἀπὸ κάτω κρύβω,
τὶς κορακίσιες μου φτεροῦγες.

Τ’ ἀπογεύματα κάθομαι στὸ τραπέζι,
καὶ κοιτάζω τὰ χέρια μου.
Οἱ ἄνθρωποι μὲ ἀποφεύγουν
Περπατοῦν βιαστικοὶ γεμάτοι ἔγνοιες
Ἀγοράζουν, πωλοῦν,
γεννοῦν παιδιά,
φλυαροῦν ἀκατάπαυστα
Φοβοῦνται τὸν θάνατο.

Κάθομαι στὸ τραπέζι καὶ κοιτάζω τὰ χέρια μου
Καθὼς σκοτεινιάζει,
γίνομαι σιγὰ-σιγὰ ὀμίχλη,
καὶ φθάνω στὶς καρδιές σας.


ΟΠΟΙΟΣ ΤΟ ΔΙΑΒΑΣΕ, ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΘΗΚΕ:

Σάββατο 9 Νοεμβρίου 2013

Οἱ Ἄγγελοι



Εἶν’ ἕνας ἄγγελος μὲ καπαρντίνα
Ἔχει μιὰ πόλη στὴν παλάμη του,
καὶ προσέχει κάποιον πού διασχίζει σὰν ἔντομο τὴ γραμμὴ τῆς ζωῆς.

“…βαδίζω βυθισμένος στὶς καθημερινὲς μου ἔγνοιες:
τί θὰ μαγειρέψω,
ποῦ θὰ βρῶ ἐκδότη
Τὴν προσοχή μου ἕλκουν,
μιᾶς διερχομένης οἱ γλουτοὶ
Ἔξαφνα σταματῶ
Ἕνα φτερὸ ἀγγέλου πέφτει ἑλικοειδῶς
Σηκώνω τὸ βλέμμα
Ὅλος ὁ οὐρανὸς ἀντανακλᾶ τὸ πρόσωπό μου…”

Ἄγγελοι εἴμαστε!
Κρατοῦμε τρυφερὰ τὸν κόσμο στὴν παλάμη μας,
ἀγρυπνῶντας γιὰ τὸν μικρό μας σῶμα,
ποὺ μέσ’ τὰ ὄνειρα πασχίζει.

Τρίτη 1 Οκτωβρίου 2013

Ρώμη - Μιλάνο



Σ’ ἕνα νυκτερινὸ τρένο στὸ τελευταίο κάθισμα,
γαμῶ μία φοιτήτρια
Εἴμαστε σκεπασμένοι μὲ τὴν κουβέρτα της
Οἱ λιγοστοὶ ἐπιβάτες κοιμῶνται.

Ἀπὸ τὸν κόλπο της βγαίνουν μυρμήγκια
Περιτρέχουν ὁλόγυρα τὰ σώματά μας
Καλύπτουν τὰ πρόσωπά μας τελείως
«Δὲν μ’ ἀγαπᾶς» ψιθυρίζει, »μᾶς χωρίζει τὸ δέρμα σου
Διαχωρίζει τὸν κόσμο σὲ ἐσωτερικὸ κι ἐξωτερικό.»
Ἕνα μυρμήγκι μπαίνει στὴ μύτη μου
Πταρνίζομαι τόσο δυνατά,
ποὺ ἀναστρέφομαι ἀπ’ τὸ στόμα
Τὰ σπλάγχνα μου κι ὁ κόσμος γυρίζουν μέσα-ἔξω.

Οἱ ἐπιβάτες τινάσσονται στὸν ἀέρα
Τὸ τρένο εἰσορμᾶ στὶς σήραγγες τοῦ νοῦ
Στὸν οὐρανὸ αἱμόφυρτη ἡ καρδιά μου στάζει
Στὴ θέση της στὸ στῆθος, κοιμᾶται τὸ κορίτσι
Παντοῦ μυρμήγκια.   

Το δικτυακό μυθιστόρημα του Larry:

Τρίτη 3 Σεπτεμβρίου 2013

Ὁ Τυφλός


Γεννήθηκα τυφλὸς
Ἕνα μοχθηρὸ μαῦρο σκυλὶ μὲ ὁδηγεῖ στὸ δρόμο
Ὅταν χανόμαστε τὸ δέρνω ἀλύπητα.

Τὸ ἀνθρώπινο πλῆθος ἀμήχανο
Σὲ ἀπορία
Φορτωμένο σπασμένα ἀγάλματα θεῶν
Μεγάλους μύθους
Νεκρὲς γλῶσσες
Τὸ μυστήριο ἀπ’ ὅπου τ’ ἀπέσπασαν
Ποιὸς εἶναι ὁ κόσμος;
Τί διηγοῦνται οἱ λέξεις;

Περνῶ τὶς νύχτες στητὸς στὴν καρέκλα σ’ ἕνα ἄθλιο δωμάτιο
Ἀφουγκράζομαι τὸ σκοτάδι ὅπου ῥιζώνουν τὰ πράγματα
Τὸ μαῦρο ζῶο ποὺ μὲ ὁδηγεῖ γρυλίζει
Δείχνει τὰ δόντια του στὸ ἄγνωστο.



ΤΟ ΑΠΟΚΡΟΥΣΤΙΚΩΤΕΡΟ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ:


Κυριακή 28 Ιουλίου 2013

Ἡ γέννηση τοῦ Νέου Κόσμου



Ξυπνῶ κάθιδρος
Ἐντός μου,
ἕνα ἄγνωστο πλᾶσμα μοῦ κατασπαράσσει τὰ σπλάγχνα.

Kατεβαίνω τὶς σκάλες σφαδάζοντας
Στοὺς δρόμους σπαρταροῦν ἀθόρυβα,
γυμνὰ ἀνθρώπινα σώματα
Ἐπικρατεῖ ἀπόκοσμη ἡσυχία
«’Ωδῖνες εἶναι» συμπεραίνω
»γεννιέται ὁ νέος κόσμος.»

Σχίζονται τότε τὰ κορμιά,
καὶ βγαίνουν ἀπὸ μέσα,
χρυσὰ πανέμορφα πλάσματα, –οἱ ἑαυτοί μας
Προσεκτικὰ διπλώνουν τ’ ἀδειανὰ σαρκία,
τοποθετοῦν μιὰ πέτρα ἐπάνω,
κι ἀπομακρύνονται στὸ μέλλον.


ΤΟ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ ΠΟΥ ΘΑ ΣΑΣ ΔΗΛΗΤΗΡΙΑΣΕΙ:

Παρασκευή 21 Ιουνίου 2013

Ὁ Θυμός τῶν Σωμάτων



Τὸ κορίτσι ποὺ ἀγαπῶ,
ἀλείφει μὲ ἄχνη ὑδραργύρου τὸ αἰδοῖο της
–ἀπόψε τὴν ἔχει καλέσει κάποιος τραπεζίτης.
Τυφλὸς ἀπὸ λαγνεία γλείφει τὸ δηλητήριο
Πεθαίνει μὲ σπασμούς,
με τὸ κεφάλι σφιγμένο στὴ μέγγενη τῶν μηρῶν της.

Τὸ κορίτσι μου εἰσβάλλει στὸ κοινοβούλιο
Ἀνεβαίνει στὸ βῆμα, πετᾶ τὸ σουτιὲν
Πρωθυπουργὸς καὶ ὑπουργοὶ μένουν ἐνεοί· καὶ τότε,
ἀπ’ τὰ ὡραῖα στήθη δυὸ κάννες τοὺς πολυβολοῦν.

Μπόρα ξεσπᾶ
Μέσα ἀπ’ τὶς σταγόνες ποὺ σκᾶνε στὸ πεζοδρόμιο,
πετάγονται λιλιπούτειοι ἀστυφύλακες
Πανικόβλητοι τρέχουν νὰ σωθοῦν
Τὸ κορίτσι μου τοὺς πατᾶ γελῶντας.

Τὸ κορίτσι μου κοιμᾶται στὴν ἀγκαλιά μου
Αἴφνης, ἐκρήγνυται μὲ μιὰν ἐκτυφλωτικὴ λάμψη
Ἔκπληκτος κοιτάζω τὸ αἷμα της στὰ χέρια μου
Τὰ κρούσματα πληθύνονται
Παντοῦ στὴν πόλη ἀνατινάσσονται σώματα
Κατεδαφίζουν τὸν παλιό, ἑτοιμόρροπο κόσμο.