Σάββατο 11 Νοεμβρίου 2017

Τό Οἰκοδόμημα




Τὸ οἰκοδόμημα δὲν ὁλοκληρώθηκε ποτὲ
Σύννεφα διασχίζουν τὶς πανύψηλες αἴθουσες
Κύματα ξεπλένουν τὰ πλακόστρωτα. 
     
Στὴ μέση μιᾶς αἴθουσας μὲ καθρέπτες,
εἶν’ ἕνα νησὶ μὲ ἀνθρώπους
Χειρονομοῦν,
φωνάζουν ὅλη τὴ μέρα
Τὶς νύχτες ἀφουγκράζομαι τοὺς λυγμούς τους
Πάνω τους περιφέρονται αντικρυστά,
ὁ ἥλιος καὶ ἡ σελήνη.

Εἶμαι ὁ φύλακας ἐδῶ
Τὰ ἄρβυλά μου ἀντηχοῦν στὶς ἄδειες αἴθουσες
Ποὺ καὶ ποὺ ὁ ἄνεμος,
φέρνει τὸ ἀπόκοσμο τραγούδι μιᾶς γυναίκας.  

Τό Χρῆμα



Ξυπνῶ ἕνα πρωὶ καὶ βρίσκω τὸν οὐρανὸ κτισμένο
Ἀναρίθμητοι κρυστάλλινοι θόλοι,
χιλιάδες ὑάλινα πατώματα
Παγιδευμένα τὰ πουλιά,
προσκρούουν παντοῦ καὶ πέφτουν νεκρά.

Βλέπω τοὺς πάντες νὰ μετροῦν χρήματα
Βλέπω καὶ τὴ θεία μου,
ταριχευμένη μὲ χαρτονομίσματα
«Τὸ χρῆμα ἀνεψιέ, τὸ χρῆμα!
Πωλήσαμεν τὸν οὐρανό!»

Τὸ ξέρω ὅτι ὅλα εἶναι στὸ μυαλό μου
Πῶς νὰ διαφύγω;
Ὅπου κι ἄν πάω εἶμαι ἡ φυλακή μου
Κρράκ!
Μ’ ἕναν ἐκκωφαντικό τριγμό,
τὸ στερέωμα ῥαγίζει σὲ χίλια κομμάτια.


Η ΤΕΧΝΗ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΜΙΚΡΟΤΕΡΟ ΑΠ’ ΤΑ ΚΑΚΑ ΠΟΥ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΚΑΝΕΙ Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ:












Πέμπτη 28 Αυγούστου 2014

Θά Γίνουμε ὁ Παράδεισος




Ἀνθρώπινα σώματα,
κραυγάζουν τὶς νύκτες καινούργιους κόσμους
Λάβα ἀνέρχεται ἀπὸ τὰ ἔγκατα τῆς γῆς
Περνᾶ ἀπ’ τὰ τρυπημένα τους πέλματα
κι ἐξακοντίζεται ἀπ’ τὰ στόματα.

Αἰωροῦνται πελώριες γυναῖκες
Ἀπὸ τὴ μέση καὶ κάτω εἶναι μέδουσες
Οἱ πλόκαμοί τους σύρονται ἁπαλά,
ἐπάνω στοὺς θόλους τῆς μητρόπολης.

Τὸ σῶμα μου ταξιδεύει στὸ διάστημα
Εἶμαι ὁ σπόρος ποὺ φυτρώνει μέσα του
Ἀπὸ τὶς κνῆμες του βγαίνουν ῾ρίζες
Ἀπὸ τὰ μάτια, κλαδιὰ μὲ φυλλώματα
Ἀπ’ τὰ δάκτυλα μῆλα
Γύρω του σχηματίζεται,
ἕνας μικρὸς τόπος μὲ ἀραιὸ χῶμα
κι ἕνας κῆπος.
Ὅποιος ἔχει γευθεῖ τὸν καρπό μου, γνωρίζει.

Πέμπτη 31 Ιουλίου 2014

Τό Παλτό



Εἶμαι μελισσοκόμος
Ἔχω μακριὰ γενειάδα,
καὶ πάντα φορῶ,
μαῦρο χονδρὸ παλτό, σφικτὰ κουμπωμένο.

Τὶς Κυριακὲς κάθομαι στὴν πλατεία
Χαζεύω τοὺς ἀνθρώπους,
ποὺ χορεύουν ταγκὸ μὲ τὰ πτώματά τους
Δὲν μὲ βλέπουν
Βλέπουν κι ἀκοῦν μονάχα,
αὐτὸ ποὺ ἔχουν στὸ κεφάλι τους.

Σηκώνομαι ἔξαφνα κι ἀνοίγω τὸ παλτὸ
Ὅλες μαζί,
χρυσές,
βομβίζοντας οἱ μέλισσες,
βγαίνουν ἀπ’ τὸ σκοτάδι,
σκορποῦν στὸν ἥλιο.


Η ΘΑΝΑΤΗΦΟΡΟΣ ΤΟΞΙΚΟΤΗΣ ΤΩΝ ΛΕΞΕΩΝ

Παρασκευή 4 Ιουλίου 2014

Ἡ Ντουλάπα μέ τά Σφάγια.





Ἕνα πρωὶ βγαίνω ἀπ’ τὸ δωμάτιό μου,
καὶ δὲν μὲ ἀναγνωρίζει κανεὶς
Ἡ μητέρα μου,
ὁ πατέρας, ἡ ἀδελφή μου,
μὲ κοιτάζουν μὲ ἀπορία
Ῥωτοῦν «ποιὸς εἶστε κύριε!»

Ἔντρομος ἀντιλαμβάνομαι τὸ λάθος
Κλειδώνομαι στὸ δωμάτιό μου,
ἀνοίγω τὴ ντουλάπα,
κι ἀντικρύζω σὰν σφάγια σὲ κρεοπωλεῖο,
κρεάτινα κοστούμια κρεμασμένα
Παίρνω φορῶ τὸ τετριμμένο μου σαρκίο,
τακτοποιῶ ἐντόσθια, μυελό,
γίνομαι πάλι ‘Λάρρυ.’

Ὅμως πέρα ἀπὸ σάρκες καὶ σκέψεις,
τί εἶναι ‘αὐτὸ’ ποὺ ντύνεται μὲ σκέψεις καὶ σάρκες;


ΤΟ ΔΗΛΗΤΗΡΙΟ ΤΗΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ:

Τετάρτη 4 Ιουνίου 2014

Ἔχετε (1) Ἀναπάντητη Κλήση


Λησμονῶ τὸν ἑαυτό μου
Φαντάζομαι ὅτι εἶμαι ἀνθρώπινο σῶμα.

Τὸ σῶμα τρέμει, βομβίζει ὁλόκληρο
Ἄγριες σφῆκες μπαινοβγαίνουν στ’ ἀνοικτό του στόμα
Ἔχουν κάνει φωλιὰ στὸ στομάχι
Στὶς παλάμες του φυτρώνουν πλίνθινες πόλεις
Σφίγγοντας κάθε τόσο τὶς γροθιές του,
τὶς συντρίβει κάνοντας ἕναν μαλακό, ὑπόκωφο θόρυβο
Καταπακτὲς ἀνοίγουν στὸ θόλο τοῦ κρανίου
Ἀνθρωπίσκοι προβάλλουν
Γελοῦν μέχρι δακρύων.

Αἴφνης ἠχεῖ τὸ κινητό του
«Ποιός;»
Δὲν ἀπαντῶ
Μ’ ἀναγνωρίζει· «ἐσύ;!» ψιθυρίζει
Ἐπανέρχομαι ἀμέσως στὸν ἑαυτό μου
Τὸ σῶμα ἐξατμίζεται. 

ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑΤΟΣ

Τετάρτη 16 Απριλίου 2014

Αἴνιγμα


Ἄστρα
Νέφη
Ὄνειρα
Πτυχὲς τῆς νύχτας,
αἶμα τῆς νύχτας.

Δένδρα
Ἀλυχτήσματα
Πανσέληνος ἀπὸ ζυμάρι.

Εἶν’ ἕνα καλύβι
Ἀπὸ τὴν καμινάδα του ὑψώνεται καπνὸς
Μέσα στὸ καλύβι,
κοιμᾶται ἤρεμα ἕνας ἄνθρωπος –ὁ Λάρρυ
Πάνω του ἁπλώνεται ὁ ἔναστρος οὐρανὸς
Ποιὰ οὐσία ρέει;

ΑΓΓΕΛΟΙ ΚΑΡΦΩΝΟΝΤΑΙ ΜΕ ΤΟ ΚΕΦΑΛΙ ΣΤΗΝ ΑΣΦΑΛΤΟ