Τετάρτη 15 Νοεμβρίου 2017

Σώματα Αὐταναφλέγονται στόν Ὕπνο τους

Μεταλλάσσομαι σὲ στῖλβον ὕδωρ
Μέσα ἀπ’ τὸ πολύπλοκο δίκτυο τῶν σωλήνων,
φθάνω στὸ λουτρό σου
Ἔκπληκτη βλέπεις τὸ νερὸ νὰ παίρνῃ μορφὴ σώματος
Μὲ τὸν κρυστάλλινο φαλλό μου σε βιάζω.

Στὸ δρόμο σοῦ προσφέρω τριαντάφυλλα
Σοῦ εἶμαι ἄγνωστος.

Τὴ νύκτα στὸ ὑπνοδωμάτιό σου,
ἁπλώνεται βαριά, ἡ λιποθυμικὴ εὐωδιά τους
Οἱ μίσχοι τους ἑλίσσονται γύρω ἀπ’ τὰ μέλη σου
Τ’ ἀγκάθια μου,
κεντοῦν στὰ στήθη σου μικρές σταγόνες αἵματος
Ἕνα ῥόδο εἰσδύει μέσα σου κι ἀνθίζει
«Λατρεύω τὸ μουνάκι σου,» σοῦ ψιθυρίζω
Ξυπνᾶς καὶ μὲ βλέπεις ν’ ἀπομακρύνομαι,
πηδῶντας ἀπ’ ἄστρο σ’ ἄστρο.

Σάββατο 11 Νοεμβρίου 2017

Τά Ποιήματα Ὑπάρχουν ἀπό Πάντα. Οἱ Ποιητές Ἁπλῶς τ’ Ἀνακαλύπτουν


Τὸ κουτὶ τοῦ κόσμου αἴφνης ἀνοίγει,
καὶ πρόσωπα παιδιῶν ἀπὸ πάνω,
κοιτάζουν μὲ περιέργεια μέσα:

Ὁ τραπεζίτης παραχώνει,
τριάκοντα ἀργύρια στὸν σφιγκτῆρα του
Κέρατα βγαίνουν ἀπ’ τὰ μάτια του
Σύρματα ἀπ’ τὸ σῶμα του μαστίζουν τὸν πλανήτη.
Σὲ κάποια τετριμμένη λέξη,
τὰ παιδιὰ προσθέτουν νιτροβάμβακα
Ἀνύποπτος ὁ τραπεζίτης τὴν προφέρει,
κι ἐκρήγνυται στὸ στόμα του
Ἕνας πίδακας geyser ξεπηδᾶ ἀπ’ τὸ κομμένο του λαρρύγγι
Ἐπάνω του χορεύει ἡ τρελο-κεφαλή του.

Χίλιες βροντὲς ταυτόχρονα
Τὰ παιδιὰ μὲ skateboards,
ἀναστρέφονται στὸν ὁρίζοντα,
καὶ οὐρανοδρομοῦν στὸν θόλο ἀνάποδα.

Τό Οἰκοδόμημα




Τὸ οἰκοδόμημα δὲν ὁλοκληρώθηκε ποτὲ
Σύννεφα διασχίζουν τὶς πανύψηλες αἴθουσες
Κύματα ξεπλένουν τὰ πλακόστρωτα. 
     
Στὴ μέση μιᾶς αἴθουσας μὲ καθρέπτες,
εἶν’ ἕνα νησὶ μὲ ἀνθρώπους
Χειρονομοῦν,
φωνάζουν ὅλη τὴ μέρα
Τὶς νύχτες ἀφουγκράζομαι τοὺς λυγμούς τους
Πάνω τους περιφέρονται αντικρυστά,
ὁ ἥλιος καὶ ἡ σελήνη.

Εἶμαι ὁ φύλακας ἐδῶ
Τὰ ἄρβυλά μου ἀντηχοῦν στὶς ἄδειες αἴθουσες
Ποὺ καὶ ποὺ ὁ ἄνεμος,
φέρνει τὸ ἀπόκοσμο τραγούδι μιᾶς γυναίκας.  

Τό Χρῆμα



Ξυπνῶ ἕνα πρωὶ καὶ βρίσκω τὸν οὐρανὸ κτισμένο
Ἀναρίθμητοι κρυστάλλινοι θόλοι,
χιλιάδες ὑάλινα πατώματα
Παγιδευμένα τὰ πουλιά,
προσκρούουν παντοῦ καὶ πέφτουν νεκρά.

Βλέπω τοὺς πάντες νὰ μετροῦν χρήματα
Βλέπω καὶ τὴ θεία μου,
ταριχευμένη μὲ χαρτονομίσματα
«Τὸ χρῆμα ἀνεψιέ, τὸ χρῆμα!
Πωλήσαμεν τὸν οὐρανό!»

Τὸ ξέρω ὅτι ὅλα εἶναι στὸ μυαλό μου
Πῶς νὰ διαφύγω;
Ὅπου κι ἄν πάω εἶμαι ἡ φυλακή μου
Κρράκ!
Μ’ ἕναν ἐκκωφαντικό τριγμό,
τὸ στερέωμα ῥαγίζει σὲ χίλια κομμάτια.


Η ΤΕΧΝΗ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΜΙΚΡΟΤΕΡΟ ΑΠ’ ΤΑ ΚΑΚΑ ΠΟΥ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΚΑΝΕΙ Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ:












Πέμπτη 28 Αυγούστου 2014

Θά Γίνουμε ὁ Παράδεισος




Ἀνθρώπινα σώματα,
κραυγάζουν τὶς νύκτες καινούργιους κόσμους
Λάβα ἀνέρχεται ἀπὸ τὰ ἔγκατα τῆς γῆς
Περνᾶ ἀπ’ τὰ τρυπημένα τους πέλματα
κι ἐξακοντίζεται ἀπ’ τὰ στόματα.

Αἰωροῦνται πελώριες γυναῖκες
Ἀπὸ τὴ μέση καὶ κάτω εἶναι μέδουσες
Οἱ πλόκαμοί τους σύρονται ἁπαλά,
ἐπάνω στοὺς θόλους τῆς μητρόπολης.

Τὸ σῶμα μου ταξιδεύει στὸ διάστημα
Εἶμαι ὁ σπόρος ποὺ φυτρώνει μέσα του
Ἀπὸ τὶς κνῆμες του βγαίνουν ῾ρίζες
Ἀπὸ τὰ μάτια, κλαδιὰ μὲ φυλλώματα
Ἀπ’ τὰ δάκτυλα μῆλα
Γύρω του σχηματίζεται,
ἕνας μικρὸς τόπος μὲ ἀραιὸ χῶμα
κι ἕνας κῆπος.
Ὅποιος ἔχει γευθεῖ τὸν καρπό μου, γνωρίζει.

Πέμπτη 31 Ιουλίου 2014

Τό Παλτό



Εἶμαι μελισσοκόμος
Ἔχω μακριὰ γενειάδα,
καὶ πάντα φορῶ,
μαῦρο χονδρὸ παλτό, σφικτὰ κουμπωμένο.

Τὶς Κυριακὲς κάθομαι στὴν πλατεία
Χαζεύω τοὺς ἀνθρώπους,
ποὺ χορεύουν ταγκὸ μὲ τὰ πτώματά τους
Δὲν μὲ βλέπουν
Βλέπουν κι ἀκοῦν μονάχα,
αὐτὸ ποὺ ἔχουν στὸ κεφάλι τους.

Σηκώνομαι ἔξαφνα κι ἀνοίγω τὸ παλτὸ
Ὅλες μαζί,
χρυσές,
βομβίζοντας οἱ μέλισσες,
βγαίνουν ἀπ’ τὸ σκοτάδι,
σκορποῦν στὸν ἥλιο.


Η ΘΑΝΑΤΗΦΟΡΟΣ ΤΟΞΙΚΟΤΗΣ ΤΩΝ ΛΕΞΕΩΝ

Παρασκευή 4 Ιουλίου 2014

Ἡ Ντουλάπα μέ τά Σφάγια.





Ἕνα πρωὶ βγαίνω ἀπ’ τὸ δωμάτιό μου,
καὶ δὲν μὲ ἀναγνωρίζει κανεὶς
Ἡ μητέρα μου,
ὁ πατέρας, ἡ ἀδελφή μου,
μὲ κοιτάζουν μὲ ἀπορία
Ῥωτοῦν «ποιὸς εἶστε κύριε!»

Ἔντρομος ἀντιλαμβάνομαι τὸ λάθος
Κλειδώνομαι στὸ δωμάτιό μου,
ἀνοίγω τὴ ντουλάπα,
κι ἀντικρύζω σὰν σφάγια σὲ κρεοπωλεῖο,
κρεάτινα κοστούμια κρεμασμένα
Παίρνω φορῶ τὸ τετριμμένο μου σαρκίο,
τακτοποιῶ ἐντόσθια, μυελό,
γίνομαι πάλι ‘Λάρρυ.’

Ὅμως πέρα ἀπὸ σάρκες καὶ σκέψεις,
τί εἶναι ‘αὐτὸ’ ποὺ ντύνεται μὲ σκέψεις καὶ σάρκες;


ΤΟ ΔΗΛΗΤΗΡΙΟ ΤΗΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ: