Κυριακή 19 Νοεμβρίου 2017

Ὁ Κόσμος Εἶναι Ἕνας Κόκκος Ἄμμου στό Μάτι μου


                          Κάτι μ’ ἐνοχλεῖ στὸ μάτι
Ἐξετάζοντάς το στὸν καθρέπτη διακρίνω ἕνα τρίμμα
Τὸ ξεπλένω καί,
Τὸ λουτρὸ
Τὸ κτίριο
Ἡ γῆ κάτ’ ἀπ’ τὰ πόδια μου, ἐξαφανίζονται.

Βρίσκομαι σ’ ἕνα ἀστραφτερὸ κενὸ
Γυμνὰ ἀνθρώπινα σώματα περπατοῦν στὸν ἀέρα
Ἀνεβαίνουν κατεβαίνουν ἀόρατες κλίμακες
Συναντῶνται συνουσιάζονται
Δὲν ἔχουν ὀφθαλμούς, εἶναι ἀόμματα
Φαντάζονται ὅτι ἀνοίγουν πόρτες
Ὅτι πιάνουν πράγματα
Ζοῦν μέσ’ τὶς ἀντανακλάσεις τοῦ μυαλοῦ τους.

Μετέωροι βράχοι,
περαμένουν μετέωροι ἐπὶ αἰῶνες,
πάν’ ἀπ’ τὴν ἐπιφάνεια τῆς θάλασσας
Τὴ στιγμὴ ποὺ θὰ πέσουν, τὰ μάτια θ’ ἀνοίξουν.

ΜΕΤΑ-ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ
https://www.amazon.com/%CE%91%CE%93%CE%93%CE%95%CE%9B%CE%9F%CE%99-%CE%9A%CE%91%CE%A1%CE%A6%CE%A9%CE%9D%CE%9F%CE%9D%CE%A4%CE%91%CE%99-%CE%9A%CE%95%CE%A6%CE%91%CE%9B%CE%99-%CE%A3%CE%A4%CE%97%CE%9D-%CE%91%CE%A3%CE%A6%CE%91%CE%9B%CE%A4%CE%9F-ebook/dp/B0773PQ8RV/ref=sr_1_1?s=books&ie=UTF8&qid=1511078805&sr=1-1&keywords=Larry+Cool+%CE%91%CE%93%CE%93%CE%95%CE%9B%CE%9F%CE%99

Σάββατο 18 Νοεμβρίου 2017

Ξημερώνει Ἀνοίγοντας τό Φερμουάρ τ’ Οὐρανοῦ


     Τὸ σῶμα εἶν’ ἕνα ὄνειρο ποὺ ὀνειρεύεται τὸν ἑαυτό του.

Κοιμᾶται τὸ κορίτσι μου
Γιὰ παλάμες ἔχει δύο φωλιές χελιδονιῶν
Μ’ ἕνα πούπουλο,
τοῦ χαϊδεύω τὴν κλειτορίδα καὶ χύνει
Στὴν πόρτα στέκει ὁ Θεὸς καὶ μᾶς κοιτάζει
    Τὸ κορίτσι μου Τοῦ δίνει τὸ μῆλο:
    «Πάρ’ το δὲν τρώγεται, εἶναι χρυσὸ
Mὲ τὸν Λάρρυ ἀποφασίσαμε,
νὰ ἐπιστρέψουμε στὸν Παράδεισο.»

Μὲ σφίγγει ὁ χῶρος ὥσπου μὲ κάνει ἔντομο
Στὶς πτυχώσεις του,
ἐλλοχεύει ἕνα αἰλουροειδές –ὁ πόθος
Ὁρμᾶ τὸ μαῦρο, σαρκοφάγο κτῆνος,
καὶ γλύφει τὸ ὑγρὸ μουνὶ τοῦ κοριτσιοῦ.
Ἀπὸ τὴ βρύση τῆς κουζίνας μπαίνει ἥλιος.

ΑΓΓΕΛΟΙ ΚΑΡΦΩΝΟΝΤΑΙ ΜΕ ΤΟ ΚΕΦΑΛΙ ΣΤΗΝ ΑΣΦΑΛΤΟ
https://www.amazon.co.uk/%CE%91%CE%93%CE%93%CE%95%CE%9B%CE%9F%CE%99-%CE%9A%CE%91%CE%A1%CE%A6%CE%A9%CE%9D%CE%9F%CE%9D%CE%A4%CE%91%CE%99-%CE%9A%CE%95%CE%A6%CE%91%CE%9B%CE%99-%CE%A3%CE%A4%CE%97%CE%9D-%CE%91%CE%A3%CE%A6%CE%91%CE%9B%CE%A4%CE%9F-ebook/dp/B0773PQ8RV/ref=sr_1_1?s=books&ie=UTF8&qid=1510999506&sr=1-1&keywords=Larry+Cool+%CE%91%CE%93%CE%93%CE%95%CE%9B%CE%9F%CE%99

Παρασκευή 17 Νοεμβρίου 2017

Extraterrestial


Αἴφνης,
βρίσκομαι στὸν κόσμο,
μ’ ἀνθρώπινο σῶμα!

Χωρὶς καμιὰν ἀνάμνηση,
ἀγνώστου ταυτότητος καὶ προελεύσεως,
περιπλανῶμαι ἀναζητῶντας,
τὸ ἄνοιγμα ὅπου ἀπὸ ἀπροσεξία ἔπεσα.

Περνᾶ ἡ ζωή μου μάταια
Ἑτοιμοθάνατος πιά,
ἀνακαλύπτω ὅτι τὸ σῶμα,
εἶναι ἡ πύλη, –τὸ ἄνοιγμα στὸν κόσμο,
ἀπ’ ὅπου φαίνονται οἱ θάλασσες, τ’ ἀστέρια,
καὶ μερικὲς φορές,
τοῦ νοῦ τὸ μυστηριῶδες σέλας.

Τετάρτη 15 Νοεμβρίου 2017

Σώματα Αὐταναφλέγονται στόν Ὕπνο τους

Μεταλλάσσομαι σὲ στῖλβον ὕδωρ
Μέσα ἀπ’ τὸ πολύπλοκο δίκτυο τῶν σωλήνων,
φθάνω στὸ λουτρό σου
Ἔκπληκτη βλέπεις τὸ νερὸ νὰ παίρνῃ μορφὴ σώματος
Μὲ τὸν κρυστάλλινο φαλλό μου σε βιάζω.

Στὸ δρόμο σοῦ προσφέρω τριαντάφυλλα
Σοῦ εἶμαι ἄγνωστος.

Τὴ νύκτα στὸ ὑπνοδωμάτιό σου,
ἁπλώνεται βαριά, ἡ λιποθυμικὴ εὐωδιά τους
Οἱ μίσχοι τους ἑλίσσονται γύρω ἀπ’ τὰ μέλη σου
Τ’ ἀγκάθια μου,
κεντοῦν στὰ στήθη σου μικρές σταγόνες αἵματος
Ἕνα ῥόδο εἰσδύει μέσα σου κι ἀνθίζει
«Λατρεύω τὸ μουνάκι σου,» σοῦ ψιθυρίζω
Ξυπνᾶς καὶ μὲ βλέπεις ν’ ἀπομακρύνομαι,
πηδῶντας ἀπ’ ἄστρο σ’ ἄστρο.

Σάββατο 11 Νοεμβρίου 2017

Τά Ποιήματα Ὑπάρχουν ἀπό Πάντα. Οἱ Ποιητές Ἁπλῶς τ’ Ἀνακαλύπτουν


Τὸ κουτὶ τοῦ κόσμου αἴφνης ἀνοίγει,
καὶ πρόσωπα παιδιῶν ἀπὸ πάνω,
κοιτάζουν μὲ περιέργεια μέσα:

Ὁ τραπεζίτης παραχώνει,
τριάκοντα ἀργύρια στὸν σφιγκτῆρα του
Κέρατα βγαίνουν ἀπ’ τὰ μάτια του
Σύρματα ἀπ’ τὸ σῶμα του μαστίζουν τὸν πλανήτη.
Σὲ κάποια τετριμμένη λέξη,
τὰ παιδιὰ προσθέτουν νιτροβάμβακα
Ἀνύποπτος ὁ τραπεζίτης τὴν προφέρει,
κι ἐκρήγνυται στὸ στόμα του
Ἕνας πίδακας geyser ξεπηδᾶ ἀπ’ τὸ κομμένο του λαρρύγγι
Ἐπάνω του χορεύει ἡ τρελο-κεφαλή του.

Χίλιες βροντὲς ταυτόχρονα
Τὰ παιδιὰ μὲ skateboards,
ἀναστρέφονται στὸν ὁρίζοντα,
καὶ οὐρανοδρομοῦν στὸν θόλο ἀνάποδα.

Τό Οἰκοδόμημα




Τὸ οἰκοδόμημα δὲν ὁλοκληρώθηκε ποτὲ
Σύννεφα διασχίζουν τὶς πανύψηλες αἴθουσες
Κύματα ξεπλένουν τὰ πλακόστρωτα. 
     
Στὴ μέση μιᾶς αἴθουσας μὲ καθρέπτες,
εἶν’ ἕνα νησὶ μὲ ἀνθρώπους
Χειρονομοῦν,
φωνάζουν ὅλη τὴ μέρα
Τὶς νύχτες ἀφουγκράζομαι τοὺς λυγμούς τους
Πάνω τους περιφέρονται αντικρυστά,
ὁ ἥλιος καὶ ἡ σελήνη.

Εἶμαι ὁ φύλακας ἐδῶ
Τὰ ἄρβυλά μου ἀντηχοῦν στὶς ἄδειες αἴθουσες
Ποὺ καὶ ποὺ ὁ ἄνεμος,
φέρνει τὸ ἀπόκοσμο τραγούδι μιᾶς γυναίκας.  

Τό Χρῆμα



Ξυπνῶ ἕνα πρωὶ καὶ βρίσκω τὸν οὐρανὸ κτισμένο
Ἀναρίθμητοι κρυστάλλινοι θόλοι,
χιλιάδες ὑάλινα πατώματα
Παγιδευμένα τὰ πουλιά,
προσκρούουν παντοῦ καὶ πέφτουν νεκρά.

Βλέπω τοὺς πάντες νὰ μετροῦν χρήματα
Βλέπω καὶ τὴ θεία μου,
ταριχευμένη μὲ χαρτονομίσματα
«Τὸ χρῆμα ἀνεψιέ, τὸ χρῆμα!
Πωλήσαμεν τὸν οὐρανό!»

Τὸ ξέρω ὅτι ὅλα εἶναι στὸ μυαλό μου
Πῶς νὰ διαφύγω;
Ὅπου κι ἄν πάω εἶμαι ἡ φυλακή μου
Κρράκ!
Μ’ ἕναν ἐκκωφαντικό τριγμό,
τὸ στερέωμα ῥαγίζει σὲ χίλια κομμάτια.


Η ΤΕΧΝΗ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΜΙΚΡΟΤΕΡΟ ΑΠ’ ΤΑ ΚΑΚΑ ΠΟΥ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΚΑΝΕΙ Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ: