Σάββατο 25 Νοεμβρίου 2017

Θά μᾶς Γαμήσῃ ὁ Θεός


Μιὰ τεράστια πούτσα κρέμεται στὸν οὐρανὸ
Αὐτὴ ἡ πόλις,
εἶναι κτισμένη ἐπάνω στὸ στῆθος μου
Οἱ κάτοικοί της κατέρχονται ἀπ’ τὸ στόμα μου,
τοποθετοῦν δυναμίτιδες στὴν καρδιά μου,
κι ἐξορύσσουν αἰσθήματα.

Φυγαδεύω τὸ κορίτσι μου γιὰ νὰ σωθῇ
Τὰ μεγάφωνα ἀναγγέλλουν τὴ πτήση της
Μὲ κοιτάζει ἀνήσυχη καί,
«Γάμησέ με γιὰ τελευταία φορὰ»
Πηγαίνομε στὶς τουαλέτες
«Ἀπ’ τὸν κῶλο,» μουρμουρίζει βουρκωμένη.

Τὶς νύκτες ἀνοίγουν οἱ φλέβες μου,
καὶ πλημμυρίζω τὸν κόσμο μὲ νόημα
Τὸ πρωὶ ἡ Παναγία,
σφουγγαρίζει τοὺς οὐρανούς μ’ ἕνα νέφος.

ΑΓΓΕΛΟΙ ΚΑΡΦΩΝΟΝΤΑΙ ΜΕ ΤΟ ΚΕΦΑΛΙ ΣΤΗΝ ΑΣΦΑΛΤΟ
Διαφορετική Λογοτεχνία

Παρασκευή 24 Νοεμβρίου 2017

Ἡ Ἀποικία


                 Εἴμαστε στὸ κενὸ
Ἐπιβιώνουμε,
οἰκοδομῶντας ἐναγωνίως,
τὴν ἀποικία ποὺ κρημνίζεται στὸ χάος.

Νυχθημερὸν ἐργαζόμαστε μὲ τὴ γλῶσσα
Συνδέομε πρόσωπα,
πράγματα,                                                                
νοήματα,
σχηματίζοντας δίκτυα,
συγκρατῶντας τὸν κόσμο μας.

Γύρω ἀπὸ τὴν ἀποικία ἁπλώνεται σκοτάδι
Ἄγρυπνος,
σὲ μιὰ προεξοχή,
ὁ ποιητὴς συλλέγει γλῶσσα ἀπὸ τὸ διάστημα
Σὲ κάθε ἀναπνοή του,
διώχνει καὶ ξαναφέρνει τὴν ψυχή του.

Πέμπτη 23 Νοεμβρίου 2017

Μιά Παράξενη Φίλη


                          Μεσημέρι Αὐγούστου
Σὲ μιὰν ἀπόμακρη παραλία,
γαμῶ μιὰ φίλη
Καθὼς ἐκσπερματίζω,
ἐμφανίζονται στὸν φωτεινὸ αἰθέρα δύο μεγάλα χέρια
Μ’ ἁρπάζουν καὶ μὲ τραβοῦν ἀπ’ τὶς μασχάλες ψηλά,
ἔξω ἀπ’ τὸν κόσμο.

Νύχτα
Περνᾶ ἕνα σμῆνος σπερματοζωαρίων ποὺ φωσφορίζουν
Ἀκτῖνες ἀπ’ τὰ μάτια τῆς φίλης μου,
προβάλλουν τρισδιάστατα σχήματα στὸ σκοτάδι
Μέσ’ τὸ κρυστάλλινο δάκρυ της,
κρατεῖ φυλακισμένη τὴν εἰκόνα μου
«Ποιὰ εἶσαι, σὲ λησμόνησα,» φωνάζω μὲ ἀγωνία
«Ἡ αἰτία ποὺ ὑπάρχεις,» ἀποκρίνεται
»Θυμίσου με
Κόσμος εἶναι ὁ ποταμὸς ποὺ πηγάζει ἀπ’ τὸ στόμα μου.»

Τετάρτη 22 Νοεμβρίου 2017

Πταρνίζομαι καί Φεύγουν τά Πουλιά ἀπ’ τά Δένδρα




Ὁ οὐρανὸς εἶναι γεμάτος ματωμένα δόντια
Ἀναμασᾶ ὁ Θεὸς τὶς σάρκες μας,
καὶ φτύνει νέα σώματα.

Στοὺς τοίχους τῆς αἴθουσας γλυστροῦν χταπόδια
Τὸ δάπεδο εἶναι καλυμμένο μὲ καθρέπτες
Στὸ ἀνάκλινδρο ψυχορραγεῖ ὁ μέγας τραπεζίτης
Δεκάδες χέρια βγαίνουν ἀπὸ μέσα του
Γυρεύουν ἀπὸ κάπου νὰ πιαστοῦν
Ὅλα μαζὶ τοῦ σφίγγουν τὸ λαιμό, τὸν στραγγαλίζουν
Ὁ πρωθυπουργὸς κοιτάζει ἠλίθια,
μ’ ἕναν τεράστιο ὀφθαλμὸ ποὺ ἔχει στὸν πρωκτό.

Τὸ κορίτσι μου ντυμένο μὲ πεταλοῦδες, χορεύει
Ὅμως τὸ πέλμα της,
δὲν βρίσκει τὸ εἴδωλό του νὰ πατήσῃ
Κραυγάζοντας πέφτει μέσα στὴν ἄβυσσο τοῦ καθρέφτη
Οὐρλιάζουν οἱ λιμπελοῦλες.

Τρίτη 21 Νοεμβρίου 2017

D.N.A.


                 Ἐμπρὸς στὸν καθρέφτη,
μελετῶ τὰ σημάδια,
ποὺ φέρω ἐκ γεννετῆς στὸ σῶμα μου.

Εἶναι μιὰ προφητεία
Μία ἀπόκρυφος βουστροφηδὸν γραφὴ
Λέει πῶς πότε
Θὰ ζήσω θὰ πεθάνω.

Χρόνια κλεισμένος στὸ σπίτι,
πασχίζω ν’ ἀνακαλύψω τὸν κώδικα
Ποιὸς τὰ ᾿γραψε
Πῶς θ’ ἀποφύγω τὸ πεπρωμένο.

Τὸ σῶμα εἶναι ἡ μοῖρα μου
Πεθαίνοντας,
ἀντιλαμβάνομαι μὲ τρόμο,
ὅτι τὰ στίγματα ἦταν στὸν καθρέφτη
ὄχι στὸ δέρμα μου.

Δευτέρα 20 Νοεμβρίου 2017

Ὁ Θεός κι ὁ Λάρρυ


                          «Δὲν κοιμοῦμαι
Καιροφυλακτῶ κάτω ἀπ’ τὴν κουβέρτα
Μὲ τὰ παπούτσια, μὲ τὰ ροῦχα, ἕτοιμος
Μόλις ὁ νυχτοφύλακας ἀποκοιμιέται
Δραπετεύω ἀπὸ τὸ ἄσυλο.

Βαδίζω χειρονομῶντας παραληρῶντας
Πίσω μου ἡ πόλη καταρρέει,
κάτ’ ἀπ’ τὸ βάρος τῶν πουλιῶν
Βαδίζω ὅλη μου τὴ ζωὴ μαινόμενος
Ἀπ’ τὸν κρατήρα τοῦ κρανίου μου,
ἐκτινάσσονται πυρακτωμένα μυαλὰ
Τὰ χέρια μου κρώζουν
Φεύγουν, πετοῦν στὸ ἄγνωστο.

Ἡμιθανὴς φθάνω στὸ τέλος τοῦ κόσμου
Σχίζω μὲ τὰ δόντια τὸν ὑμένα ποὺ τὸν περιβάλλει,
κι ἀντικρίζω τὸ πρόσωπο τοῦ θεοῦ.» 

«Εἶμ’ ὁ Θεὸς κι ὀνειρευόμουν τὸν κόσμο
Αὐτὸς ὁ τρελο-Λάρρυ ποὺ ἔβλεπα ὅτι ἤμουν,
μοῦ τράβηξε τὴ μύτη καὶ μὲ ξύπνησε.»

Κυριακή 19 Νοεμβρίου 2017

Ὁ Κόσμος Εἶναι Ἕνας Κόκκος Ἄμμου στό Μάτι μου


                          Κάτι μ’ ἐνοχλεῖ στὸ μάτι
Ἐξετάζοντάς το στὸν καθρέπτη διακρίνω ἕνα τρίμμα
Τὸ ξεπλένω καί,
Τὸ λουτρὸ
Τὸ κτίριο
Ἡ γῆ κάτ’ ἀπ’ τὰ πόδια μου, ἐξαφανίζονται.

Βρίσκομαι σ’ ἕνα ἀστραφτερὸ κενὸ
Γυμνὰ ἀνθρώπινα σώματα περπατοῦν στὸν ἀέρα
Ἀνεβαίνουν κατεβαίνουν ἀόρατες κλίμακες
Συναντῶνται συνουσιάζονται
Δὲν ἔχουν ὀφθαλμούς, εἶναι ἀόμματα
Φαντάζονται ὅτι ἀνοίγουν πόρτες
Ὅτι πιάνουν πράγματα
Ζοῦν μέσ’ τὶς ἀντανακλάσεις τοῦ μυαλοῦ τους.

Μετέωροι βράχοι,
περαμένουν μετέωροι ἐπὶ αἰῶνες,
πάν’ ἀπ’ τὴν ἐπιφάνεια τῆς θάλασσας
Τὴ στιγμὴ ποὺ θὰ πέσουν, τὰ μάτια θ’ ἀνοίξουν.

ΜΕΤΑ-ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ
https://www.amazon.com/%CE%91%CE%93%CE%93%CE%95%CE%9B%CE%9F%CE%99-%CE%9A%CE%91%CE%A1%CE%A6%CE%A9%CE%9D%CE%9F%CE%9D%CE%A4%CE%91%CE%99-%CE%9A%CE%95%CE%A6%CE%91%CE%9B%CE%99-%CE%A3%CE%A4%CE%97%CE%9D-%CE%91%CE%A3%CE%A6%CE%91%CE%9B%CE%A4%CE%9F-ebook/dp/B0773PQ8RV/ref=sr_1_1?s=books&ie=UTF8&qid=1511078805&sr=1-1&keywords=Larry+Cool+%CE%91%CE%93%CE%93%CE%95%CE%9B%CE%9F%CE%99