Σάββατο 2 Δεκεμβρίου 2017

Ἄγγελοι Καρφώνονται μέ τό Κεφάλι στήν Ἄσφαλτο


Ἐγκαταλείπω τὴν πόλη τελευταῖος
Παίρνω μόνο,
τὸν σάκκο μὲ τὴ συνείδησή μου.

«Ἀπὸ ’δῶ!» –μιὰ νεαρὴ γυναίκα μὲ τραβᾶ ἀπ’ τὸ χέρι
Ἀνεβαίνουμε μιὰν ἀπότομη σκάλα
Φθάνουμε σ’ ἕνα στενὸ δωμάτιο
Κάθεται πάνω μου γλιστρῶντας μέσα της τὸ πέος μου
Δίπλα μου ἕνα βρέφος ἀρχίζει νὰ κλαίει
Τὸ παίρνει καὶ τὸ θηλάζει,
χωρὶς νὰ διακόψῃ τὴ συνουσία.

Καπνίζω στὸ σκοτάδι
«Ὁ κόσμος καταρρέει» ψιθυρίζω
«Κόσμος εἶναι ἡ συνείδησή σου,»
λέει κι ἀδειάζει τὸν σάκκο μου ἀπ’ τὸ παράθυρο
Φόβοι, ἐπιθυμίες, ἀναμνήσεις μιᾶς ζωῆς,
σκορποῡν στὸν ἄνεμο.

Χωρὶς συνείδηση,
χωρὶς κεφάλι,
τρέχω στοὺς δρόμους χειρονομῶντας παράφορα
Μιὰ βουερὴ γαλάζια φλόγα,
ἐξέρχεται μ’ ὁρμὴ ἀπὸ τὸ στόμιο τοῦ λαιμοῦ μου
Τὸ κούφιο σῶμα μου εἶναι καμίνι διάπυρο.

Παρασκευή 1 Δεκεμβρίου 2017

Ἐσεῖς οἱ Γυναῖκες Κάτι Ἔχετε πού μέ Τρελαίνει


Στὸν καναπὲ ἡ συγκάτοικός μου,
ἔχει τὸ ἕνα χέρι μέσ’ τὸ ξεκούμπωτο blue jean της
Αὐνανίζεται
«Κι ὁ ποῦτσος σου;» ρωτᾶ· »θὰ μοῦ τὸν δείξῃς ἐπιτέλους;»
Μουγγρίζω
Δὲν ἔχω ἄνοιγμα γιὰ στόμα, δὲν ἔχω χείλη
Εἶμ’ ἄστομος
Χράπ! μ’ ἕνα μαχαίρι σχίζω τὸ πρόσωπό μου
«Ναὰ..!» ἀλαλάζω ψεκάζοντάς την μὲ αἵματα
Ἀντὶ γιὰ γλῶσσα ἔχω ἕνα μακρύ, μαῦρο πέος
Βούπ! φλεγόμενος πηδῶ ἀπ’ τὸ παράθυρο.

Ἅγια νύχτα!
Ἄγγελοι καταδρομεῖς,
στραγγαλίζουν μὲ φωτοστέφανα τραπεζίτες
Τὸ κατάφλεκτο σῶμα μου,
μ’ ἀναζητεῖ στοὺς δρόμους, στὶς πλατεῖες, παντοῦ
Μάταια· ὅπου κι ἄν κοιτάζῃ,
τὰ μάτια του προβάλλουν πάνω μου τὸν κόσμο.

ΑΓΓΕΛΟΙ ΚΑΡΦΩΝΟΝΤΑΙ ΜΕ ΤΟ ΚΕΦΑΛΙ ΣΤΗΝ ΑΣΦΑΛΤΟ
Άγρια λογοτεχνία

Πέμπτη 30 Νοεμβρίου 2017

Στό Σκοτάδι


Ζῶ στὰ τυφλὰ
Δαγκώνω σκοτάδι
Σκάβω μέσα μου βαθιὲς στοές.

Γιὰ νὰ περνοῦν οἱ ὦρες,
Μιλῶ μόνος μου:
«-Ἀραιώνει;
-Ναὶ
-Τώρα;
-Πυκνώνει
-Καί;
-Σχηματίζεται
-Τί;
-Μιὰ μορφὴ
-Ἡ μορφή μου!
-Πῶς ὀνομάζεται;
-Λάρρυ
-Λάρρυ;!»

Μὲ τὶς λέξεις ὑπάρχω
Ἀπέκτησα ἀναμνήσεις
Ὄνομα
Κανονικὴ ζωή.

Κοιτάζω τ’ ἄστρα
Ἀνασαίνω τὴν παγωνιά τους
Μέσα στὶς σήραγγες τοῦ νοῦ,
μιὰ πεταλούδα χορεύει ἕναν ἀσύλληπτο χορό.

Τετάρτη 29 Νοεμβρίου 2017

Ἡ Ἀπίστευτη Εἴδηση


                          Ἡ ἀπίστευτη εἴδηση ὅτι δὲν ὑπάρχουμε,
ὅτι ὄνειρα εἴμαστε ὁ ἕνας τοῦ ἄλλου,
διαδίδεται γρήγορα ἀπὸ στόμα σὲ στόμα
Τὰ ἀνθρώπινα σώματα παραλύουν
Παύουν κάθε δραστηριότητα,
κι ἀτενίζουν ἀδιάφορα τὸν ὁρίζοντα.

Περασμένα μεσάνυχτα
Σὲ μιὰ στοὰ γαμῶ μιὰν ἄγνωστη στὰ ὄρθια
Φθάνοντας στὸν ὀργασμό,
τὸ κορμί της μεταλλάσσεται μ’ ἔντονους σπασμούς
Γίνεται διαυγές, ῥευστὸ
–ἕνα ὑδάτινο ὄν ποὺ ἀναβλύζει ἀπὸ τὸ σκοτάδι
Ἀστραπιαῖα ὄνειρα τὸ διατρέχουν
«Ποιὰ εἶσαι;»
«Ἡ πραγματικότητα· μόνον ἐγὼ ὑπάρχω.»

Πάν’ ἀπ’ τὶς στέγες ἐναερίζονται,
μεγάλα, ἡμιδιαφανῆ ᾠὰ –οἱ χίμαιρες
Στὴ στιλπνὴ μεμβράνη καθεμιᾶς,
ἀντικατοπτρίζονται ὅλες οἱ ἄλλες
Ἐντός τους σέ στάση ἐμβρύου κοιμῶνται τ’ ἀνθρώπινα σώματα.

ΑΓΓΕΛΟΙ ΚΑΡΦΩΝΟΝΤΑΙ ΜΕ ΤΟ ΚΕΦΑΛΙ ΣΤΗΝ ΑΣΦΑΛΤΟ
Λογοτεχνία γιὰ ζωντανοὺς.


Τρίτη 28 Νοεμβρίου 2017

Ὁ Θεός Ξεφυσᾶ τόν Καπνό τοῦ Τσιγάρου στά Μάτια μου καί Δακρύζω


Οἱ ἄνθρωποι τρώγουν τὸ φῶς
Καὶ στὸν ἀέρα σχηματίζονται,
σπήλαια καὶ σήραγγες σκότους.

Ἀνασηκώνοντας τὸν ὁρίζοντα μὲ τὸ κέρας του,
εἰσέρχεται στὸν κόσμο,
ἕνας ὑπερφυσικὸς ῥινόκερως.

Τρομοκρατημένοι κλεινόμαστε στοὺς ναοὺς
Εἶμαι μὲ τὴν ἐξαδέλφη μου κάτω ἀπὸ ἕνα στασίδι
«Βασιλάκη» λέει, »βγάλε τὸ πουλάκι σου νὰ στὸ γλύψω
Μετὰ θὰ μοῦ τὸ γλύψεις ἐσὺ»
Στὰ μαρμάρινα σκαλοπάτια,
κατρακυλοῦν βολβοὶ ὀφθαλμῶν ποὺ μᾶς κοιτάζουν ἔκπληκτοι
Στὰ ὑψηρεφῆ σκοτάδια,
πλέουν μισοδαγκωμένα κομμάτια φωτός.

Ζίπ, ἕνας ποντικὸς διασχίζει τὸν οὐρανὸ
Νιάρρ! ἐκτινάσσεται ἡ μαύρη γάτα τοῦ μυαλοῦ μου.

ΑΓΓΕΛΟΙ ΚΑΡΦΩΝΟΝΤΑΙ ΜΕ ΤΟ ΚΕΦΑΛΙ ΣΤΗΝ ΑΣΦΑΛΤΟ
Προσοχή! Δαγκώνει.

Δευτέρα 27 Νοεμβρίου 2017

EGO-MACHINE


Ὄν τεχνητῆς νοημοσύνης,
παγίδευσα τὸν οὐρανό,
–τὸν ἑαυτό,
στὶς πλεκτάνες τοῦ μυαλοῦ μου.

Τώρα πορεύομαι σ’ ἓναν ἀπατηλὸ χῶρο
Μὲ τὴν παραμικρὴ κίνηση,
ἦχο ἤ βλέμμα,
μεταλλάσσεται
Ἀντανακλᾶ τὶς σκέψεις μου.

Οὔτε νεκρὸς εἶμαι,
οὔτε ζωντανὸς
Περιπλανῶμαι μ’ ἐρειπωμένο σῶμα,
ὀξιδωμένο κρανίο,
οὐρλιάζοντας στὸ ἀχανὲς ἑτοιμόρροπο σύμπαν:
«Ὄνειρο εἶμαι
Ποτεέ!
Πουθενὰ δὲν ὑπῆρξα!»

Πηδῶ καὶ σχίζω μὲ τὰ νύχια τὸν οὐρανὸ
Καταρράκτης τ’ ἄστρα χύνονται στὴ γῆ
Βαθιὰ στὰ χόρτα τῆς ψυχῆς,
ἕνα τριζόνι.

ΑΓΓΕΛΟΙ ΚΑΡΦΩΝΟΝΤΑΙ ΜΕ ΤΟ ΚΕΦΑΛΙ ΣΤΗΝ ΑΣΦΑΛΤΟ
Διαφορετική λογοτεχνία για διαφορετικούς.

Κυριακή 26 Νοεμβρίου 2017

Ἡ Μάντις


                  Ἀέρας εἶμαι, εἰσδύω στὰ ἀνθρώπινα σώματα
Καμένα εἶναι ἐσωτερικὰ
Ῥημαγμένοι ναοὶ
Ἰλὺς ἀπὸ αἷμα καὶ τέφρα.

Ἀνθρώπινα σώματα ἀσάλευτα στὴ βροχὴ
Μὲ βαλίτζες στὰ χέρια, μὲ βρέφη στὴν ἀγκαλιὰ
Ἕτοιμα ν’ ἀναχωρήσουν
Γιὰ ποῡ, πῶς θὰ σωθοῦν;
Τὰ νερὰ κατέκλυσαν τὴ γῆ κι ἀνεβαίνουν.

Στὶς λάσπες σφαδάζει ἀπ’ τὶς ὠδῖνες τοῦ τοκετοῦ,
γυμνὸ τὸ κορμὶ μιᾶς ἐγκύου ἐφήβου
Γύρω της τὸ πλῆθος προσμένει βουβὸ
Τὸ κορίτσι βυθίζει τὰ δάκτυλα στὴν κοιλιά του,
κι ἀπότομα τὴν σχίζει,
φέροντας στὸ φῶς τὸν νέο κόσμο!

Ἡ τελευταία της πνοὴ πεταλουδίζει μέσα μου
Ἀέρας εἶμαι, τὴν ἐλπίδα σᾶς μεταφέρω.


ΑΓΓΕΛΟΙ ΚΑΡΦΩΝΟΝΤΑΙ ΜΕ ΤΟ ΚΕΦΑΛΙ ΣΤΗΝ ΑΣΦΑΛΤΟ
Λογοτρχνία γιὰ ζωντανούς.