Παρασκευή 11 Μαρτίου 2011

Πλανόδιος Θίασος




Φορῶντας ἀλλόκοτα κοστούμια,
προχωροῦμε στὰ χιόνια,
τυφλωμένοι ἀπὸ τὸν ἄνεμο,
ὑποβαστάζοντας ὁ ἕνας τὸν ἄλλον,
πλανόδιος θίασος.

«Ποῦ πᾶμε;» ρωτῶ
«Μὰ φυσικὰ στὸν θάνατο
Δὲν τὸ γνωρίζατε;!»
Διασχίζομε μιὰν ἀπέραντη νεκρόπολη
Εἴμαστε οἱ τελευταῖοι τῶν ἀνθρώπων
Φαιοί,
ἄλαλοι,
μετακόσμιοι,
κηδεύομε τοὺς ἑαυτούς μας.

Τώρα βιαζόμαστε
Τρέχουμε ὁμαδὸν ἀσθμαίνοντας
Αἴφνης,
πὰφ-πὰφ ἕνας μετὰ τὸν ἄλλον ἐξαφανιζόμαστε,
ἀπομένοντας στὸ χιόνι τ’ ἀλλόκοτα κοστούμια,
καὶ τὰ καπέλα μας ποὺ παρασύρει ὁ ἄνεμος.

Δευτέρα 31 Ιανουαρίου 2011

Οἱ Καινούριες Λέξεις


Ἀνοίγω τὸ στόμα κι ἀντὶ φωνῆς,
βγαίνει τζιτζίκισμα!
Ἐμβρόντητος ἀντιλαμβάνομαι,
ὅτι τὰ πάντα ἔχουν εἰπωθῆ,
ὅτι ἡ πρώτη ὕλη τοῦ κόσμου –ἡ γλῶσσα,
εἶναι νεκρή.

Εἴμαστε ὅλοι οἱ ποιητές φοβισμένοι,
κλεισμένοι στὸ ὑπερῷον,
κι ἀφουγκραζόμαστε τοὺς τριγμοὺς τοῦ κόσμου.

Αἴφνης ἡ πόρτα ἀνοίγει μὲ πάταγο,
κι ἕνα ὁλόγυμνο κορίτσι εἰσβάλλει
Ἔχει γιὰ στήθη δυὸ περιστέρια ζωντανὰ
«Εἶμαι ἡ Ποίηση» δηλώνει εὐθαρσῶς
»Σᾶς φέρνω τὶς καινούριες λέξεις»
Κι ἀπ’ τὸ ξανθὸ αἰδοῖο της,
φρρρ! πουλιὰ ἐλευθερώνει... 

Κυριακή 12 Δεκεμβρίου 2010

Τίς νύκτες βγάζει τό δέρμα της


Ὑπάρχει κάποια γυναίκα,
ποὺ βγάζει τὸ δέρμα της ὅπως βγάζομε τὸ pull-over
Μέσα εἶναι διαυγής αἰθέρας.

Τὶς νύκτες εἰσδύει στὸ σῶμα μου ποὺ κοιμᾶται
Μαθαίνει τὰ μυστικά του, γίνεται ὄνειρο
Καθὼς τὸ ἄρωμά της διαχέεται στὰ μέλη μου,
συσπᾶται ὁ φαλλὸς καὶ ἀναβλύζει σπέρμα.

Διασχίζει τὶς ἀλέες διαθλῶντας τὸ σεληνόφως
Εἰσχωρεῖ στὸ ὑπνοδωμάτιο ἑνὸς τραπεζίτου
Πάχνη καλύπτει τοὺς καθρέπτες
Τὰ βλέφαρα καὶ τοὺς κροτάφους του
Τὴν αὐγὴ οἱ φρουροί του τὸν βρίσκουν νεκρό.

Στὸ καφὲ Φλοράλ· τὴν ἀναγνωρίζω ἀπ’ τ’ ἄρωμα
«Ὑπάρχεις ἤ σὲ φαντάζομαι;» τὴν ῥωτῶ
«Ποτὲ δὲν θὰ μάθῃς τί εἶναι ἔξω ἀπ’ τὸ δέρμα σου,
ἄν δὲν βγῇς ἀπ’ αὐτὸ» ἀπαντᾶ.

Αἴθουσα Ἀναμονῆς


Βρίσκομαι σὲ μιὰν αἴθουσα ἀναμονῆς
Ἀπὸ τὰ μεγάλα παράθυρα φαίνεται ἡ τρικυμισμένη θάλασσα
Ἔχει ἐκδοθεῖ ἀπαγορευτικὸ ἀπόπλου
Ὁ ἔξοδος στὴν ἀνοικτὴ θάλασσα διαρκῶς ἀναβάλλεται.

Ρωτῶ τί ὥρα εἶναι
Ἔκπληκτοι οἱ ταξιδιῶτες διαπιστώνουν,
ὅτι ἀπὸ τὰ ρολόγια τους λείπουν οἱ δεῖκτες
Ἀναστατώνονται
Καθένας εἰκάζει
Πιθανολογεῖ           
Εἶναι τῆς γνώμης.

Σηκώνονται κι ἀρχίζουν νὰ βηματίζουν τεθλασμένα
Ἑπτὰ παρελαύνουν
Ἕνας ἐκτελεῖ βῆμα σημειωτόν.
Ἐξαντλημένοι κάθονται ἐπιτέλους στοὺς καναπέδες
Ἀναπολοῦν γεγονότα ποὺ δὲν συνέβησαν,
ἔχουν ἀπαντήσεις,
σὲ ἀνύπαρκτα ἐρωτήματα
Κάποιος θρηνολογεῖ,
σὲ μιὰ γλῶσσα νεκρὴ μὲ ἀλλοιωμένη φωνή.

Περνοῦν μέρες, αἰῶνες –δὲν ξέρω
Ἡ θάλασσα πλησιάζει
Καθὼς τρίβω τὸν δείκτη μὲ τὸν ἀντίχειρα,
ἕνας μικρὸς κῶνος ἄμμου,
σχηματίζεται πάνω στὸ μάρμαρο τοῦ τραπεζιοῦ
Ἡ θάλασσα τότε πλημμυρίζει τὴν αἴθουσα καὶ μᾶς πνίγει.

Amnesia


Περπατῶ στὴ βροχὴ
Δὲν ἐνθυμοῦμαι ποιὸς εἶμαι,
ἄν εἶμαι
Τὰ νερὰ ῥέοντας στ’ αὐλάκια τοῦ μυαλοῦ μου,
παρασύρουν τὶς ἀναμνήσεις μου
Ὁ δρόμος πίσω μου ἐξαφανίζεται
Κτίρια καὶ ἄνθρωποι σβήνουν
«Θυμήσου μας, χανόμαστε,» ἐκλιπαροῦν ἀδύναμα
Ἐμφανίζεται τότε ἡ μάνα μου
Χλαάτς! μὲ χαστουκίζει μ’ ὅλη της τὴ δύναμη
«Θυμίσου ἀνόητε ποιός εἶσαι!»

Πέφτει μιὰ μαλακή ζεστὴ βροχή…
Εἶμαι σὲ στάση ἐμβρύου μέσα σὲ κάθε σταγόνα
Εἶμαι αὐτὸ ποὺ ἐμφανίζεται σὰν μνήμη
Αὐτὸ ποὺ μένει,
ὅταν ἡ λήθη ἀφανίζει τὸν κόσμο.

Παράνοια



Καθένας σχίζει ἕνα κομμάτι ὁρίζοντα,
καὶ ῥάβει μόνος του τὸ στενό του κοστούμι
Ὁ οὐρανὸς ἔχει κατέβει τόσο χαμηλά,
ποὺ δὲν χωροῦμε πλέον ὄρθιοι· βαδίζομε σκυφτοὶ
Στόματα ἀνοίγουν ξαφνικὰ στὴν ἄσφαλτο,
ἐλευθερώνοντας θαμμένες κραυγές,
καὶ ξανακλείνουν.

Ὁ πρωθυπουργὸς κηρύσσει τὴ χώρα,
σὲ κατάσταση ἀπόλυτης παράνοιας
«Χαρίστε μου μιὰ σάρπα ἀπὸ ἄνεμο,» ἐκλιπαρεῖ
Ἕνας τραπεζίτης τοῦ γλείφει τὸν βολβὸ τοῦ ὀφθαλμοῦ
Ἕνας γδαρμένος λαγὸς περνᾶ μὲ ἅλματα.

Μέσ’ τὸ κρανίο μου, ἰκριώματα
Μικροσκοπικοὶ τεχνίτες,
οἰκοδομοῦν ἕναν κόσμο χωρὶς ἐξουσίες
Ὁ παλιὸς χάνεται μ’ ἕναν βορβορυγμό,
στὶς δῖνες τῶν ματιῶν μου.

Αἴφνης

Μιὰ δυνατὴ ῥιπὴ ἀνέμου ξαφνικά,
μοῦ ἀναστρέφει τὴν ὀμπρέλα
Στὴν ἀγορά,
στοὺς δρόμους στὶς πλατεῖες,
μέσα στὰ κτήρια παντοῦ,
οἱ ἄνθρωποι ἀκινητοποιοῦνται,
ὅπου καὶ ὅπως βρέθηκαν.

Ἀπόλυτος σιγὴ
Τοὺς περιεργάζομαι,
τοὺς ἀγγίζω
Καμμιὰ ἀντίδραση
Ἀφαιρῶ ἐνδύματα, ἀποσπῶ προσωπεῖα
Τίποτε μέσα
Μόνο λίγος θυμὸς ποὺ τὸν σκορπίζει ὁ ἄνεμος.

Στὸ δωμάτιό μου μπροστὰ στὸν καθρέφτη:
Καθὼς βγάζω τὰ γάντια,
φσστ! ὀξὺς ἀτμός διαχέεται.