Παρασκευή 15 Ιουλίου 2011

Ξυπνῶ Ἕνα Πρωί

Ξυπνῶ ἕνα πρωί,
καὶ δὲν βρίσκω κανέναν στὸ σπίτι
Ἀνήσυχος βγαίνω στὸ δρόμο
Τὰ κτήρια εἶναι ἐρειπωμένα
Οἱ πολυσύχναστες πλατεῖες χορταριασμένες
Βρέχει διαρκῶς.

Βρίσκομαι σ’ ἕναν καθεδρικὸ ναὸ
Ἀπὸ τοὺς θόλους τρέχουν νερὰ
Στὶς ἁγιογραφίες σχηματίζονται ρυάκια
Σιωπηλὴ θρηνῳδία
Ὅ,τι ἔζησαν,
αἰσθάνθηκαν,
δημιούργησαν οἱ ἄνθρωποι,
ἐξαφανίζεται τώρα.

Πρόσφατα μετακόμισα στὴν βιβλιοθήκη
Τὶς νύχτες ἀνάβω μεγάλες φωτιὲς μὲ βιβλία

Οὐρλιάζω.

Πέμπτη 16 Ιουνίου 2011

Γυμνή Γκέισα



«Θὰ γίνω δική σας ἄν βρεῖτε,
τί εἶναι τὰ πράγματα χωρὶς τὶς μορφές τους.»

Δειπνῶ μὲ μιὰ γυμνὴ γκέισα σ’ ἕνα ἑστιατόριο τοῦ Τόκιο
Ἡ ἀπρόσιτη γυναίκα χαμογελᾶ καί,
κλὰπ-κλὰπ κτυπᾶ δυνατὰ τὶς παλάμες της
Τσιρίζοντας οἱ μαῦρες μορφές φεύγουν ἀπ’ τὰ παράθυρα,
ἀφήνοντας πίσω τους αἱματόεντα πράγματα
Σὲ λίγο ἐπιστρέφουν,
καὶ βοὺπ-βοὺπ καλύπτουν τὰ πράγματα πάλι.

Τὴν συνοδεύω σπίτι της
Φορᾶ τὸ σακάκι, τὸ καπέλο μου
Ἀπ’ τὰ ὡραῖα δάκτυλα τῶν ποδιῶν της,
δέκα χρυσὲς ἀκτῖνες,
φωτίζουν τὸν χιονισμένο δρόμο.

Σάββατο 14 Μαΐου 2011

The Coming Insurrection



Στοὺς δρόμους μαινόμενες ἀνθρώπινες μορφὲς
Βαθιὰ στὸ χῶμα παλεύουν τῶν νεκρῶν τὰ πτώματα
Κτύποι ἀκούγονται, στήνουν ἀγχόνες στὰ Ἐξάρχεια
Μιὰ γιγάντεια χελώνα,
φράσσει μὲ τὸν ὄγκο της τὴν ὁδὸ Στουρνάρη.

Βρίσκω τὸ σῶμα μου σ’ ἕνα ἐρειπωμένο κτίριο
Μπροστά του μιὰ ἔνστολος γονατιστή,
τοῦ φιλεῖ τὴ βάλανο ψιθυρίζοντας:
«Μορφές, εἶναι τὰ πέπλα τοῦ κενοῦ ποὺ ἀνεμίζουν
Κι οἱ λέξεις, κρύβουν καὶ φανερώνουν τὴ σιγὴ»
Τὸ σῶμα μου αἴφνης διαρρηγνύεται
Ἀπ’ τὶς ῥωγμὲς πυρακτωμένη λάβα ῥέει.

Ξημερώνει· πὰν’ ἀπ’ τὴν πόλη κρέμονται,
–ἀπὸ κανναβόσχοινα δεμένα στὰ σύννεφα,
τὰ πτώματα ἀπαγχονισμένων τραπεζιτῶν
Ἡ αὔρα τ’ ἀπομακρύνει ἀργὰ πρὸς τὴ θάλασσα.

Παρασκευή 11 Μαρτίου 2011

Πλανόδιος Θίασος




Φορῶντας ἀλλόκοτα κοστούμια,
προχωροῦμε στὰ χιόνια,
τυφλωμένοι ἀπὸ τὸν ἄνεμο,
ὑποβαστάζοντας ὁ ἕνας τὸν ἄλλον,
πλανόδιος θίασος.

«Ποῦ πᾶμε;» ρωτῶ
«Μὰ φυσικὰ στὸν θάνατο
Δὲν τὸ γνωρίζατε;!»
Διασχίζομε μιὰν ἀπέραντη νεκρόπολη
Εἴμαστε οἱ τελευταῖοι τῶν ἀνθρώπων
Φαιοί,
ἄλαλοι,
μετακόσμιοι,
κηδεύομε τοὺς ἑαυτούς μας.

Τώρα βιαζόμαστε
Τρέχουμε ὁμαδὸν ἀσθμαίνοντας
Αἴφνης,
πὰφ-πὰφ ἕνας μετὰ τὸν ἄλλον ἐξαφανιζόμαστε,
ἀπομένοντας στὸ χιόνι τ’ ἀλλόκοτα κοστούμια,
καὶ τὰ καπέλα μας ποὺ παρασύρει ὁ ἄνεμος.

Δευτέρα 31 Ιανουαρίου 2011

Οἱ Καινούριες Λέξεις


Ἀνοίγω τὸ στόμα κι ἀντὶ φωνῆς,
βγαίνει τζιτζίκισμα!
Ἐμβρόντητος ἀντιλαμβάνομαι,
ὅτι τὰ πάντα ἔχουν εἰπωθῆ,
ὅτι ἡ πρώτη ὕλη τοῦ κόσμου –ἡ γλῶσσα,
εἶναι νεκρή.

Εἴμαστε ὅλοι οἱ ποιητές φοβισμένοι,
κλεισμένοι στὸ ὑπερῷον,
κι ἀφουγκραζόμαστε τοὺς τριγμοὺς τοῦ κόσμου.

Αἴφνης ἡ πόρτα ἀνοίγει μὲ πάταγο,
κι ἕνα ὁλόγυμνο κορίτσι εἰσβάλλει
Ἔχει γιὰ στήθη δυὸ περιστέρια ζωντανὰ
«Εἶμαι ἡ Ποίηση» δηλώνει εὐθαρσῶς
»Σᾶς φέρνω τὶς καινούριες λέξεις»
Κι ἀπ’ τὸ ξανθὸ αἰδοῖο της,
φρρρ! πουλιὰ ἐλευθερώνει... 

Κυριακή 12 Δεκεμβρίου 2010

Τίς νύκτες βγάζει τό δέρμα της


Ὑπάρχει κάποια γυναίκα,
ποὺ βγάζει τὸ δέρμα της ὅπως βγάζομε τὸ pull-over
Μέσα εἶναι διαυγής αἰθέρας.

Τὶς νύκτες εἰσδύει στὸ σῶμα μου ποὺ κοιμᾶται
Μαθαίνει τὰ μυστικά του, γίνεται ὄνειρο
Καθὼς τὸ ἄρωμά της διαχέεται στὰ μέλη μου,
συσπᾶται ὁ φαλλὸς καὶ ἀναβλύζει σπέρμα.

Διασχίζει τὶς ἀλέες διαθλῶντας τὸ σεληνόφως
Εἰσχωρεῖ στὸ ὑπνοδωμάτιο ἑνὸς τραπεζίτου
Πάχνη καλύπτει τοὺς καθρέπτες
Τὰ βλέφαρα καὶ τοὺς κροτάφους του
Τὴν αὐγὴ οἱ φρουροί του τὸν βρίσκουν νεκρό.

Στὸ καφὲ Φλοράλ· τὴν ἀναγνωρίζω ἀπ’ τ’ ἄρωμα
«Ὑπάρχεις ἤ σὲ φαντάζομαι;» τὴν ῥωτῶ
«Ποτὲ δὲν θὰ μάθῃς τί εἶναι ἔξω ἀπ’ τὸ δέρμα σου,
ἄν δὲν βγῇς ἀπ’ αὐτὸ» ἀπαντᾶ.

Αἴθουσα Ἀναμονῆς


Βρίσκομαι σὲ μιὰν αἴθουσα ἀναμονῆς
Ἀπὸ τὰ μεγάλα παράθυρα φαίνεται ἡ τρικυμισμένη θάλασσα
Ἔχει ἐκδοθεῖ ἀπαγορευτικὸ ἀπόπλου
Ὁ ἔξοδος στὴν ἀνοικτὴ θάλασσα διαρκῶς ἀναβάλλεται.

Ρωτῶ τί ὥρα εἶναι
Ἔκπληκτοι οἱ ταξιδιῶτες διαπιστώνουν,
ὅτι ἀπὸ τὰ ρολόγια τους λείπουν οἱ δεῖκτες
Ἀναστατώνονται
Καθένας εἰκάζει
Πιθανολογεῖ           
Εἶναι τῆς γνώμης.

Σηκώνονται κι ἀρχίζουν νὰ βηματίζουν τεθλασμένα
Ἑπτὰ παρελαύνουν
Ἕνας ἐκτελεῖ βῆμα σημειωτόν.
Ἐξαντλημένοι κάθονται ἐπιτέλους στοὺς καναπέδες
Ἀναπολοῦν γεγονότα ποὺ δὲν συνέβησαν,
ἔχουν ἀπαντήσεις,
σὲ ἀνύπαρκτα ἐρωτήματα
Κάποιος θρηνολογεῖ,
σὲ μιὰ γλῶσσα νεκρὴ μὲ ἀλλοιωμένη φωνή.

Περνοῦν μέρες, αἰῶνες –δὲν ξέρω
Ἡ θάλασσα πλησιάζει
Καθὼς τρίβω τὸν δείκτη μὲ τὸν ἀντίχειρα,
ἕνας μικρὸς κῶνος ἄμμου,
σχηματίζεται πάνω στὸ μάρμαρο τοῦ τραπεζιοῦ
Ἡ θάλασσα τότε πλημμυρίζει τὴν αἴθουσα καὶ μᾶς πνίγει.