Κυριακή 9 Δεκεμβρίου 2012

Ἡ ἄγ(ρ)ια Νύκτα τῶν Ἐξεγερμένων




Τὰ πρόσωπα τῶν παιδιῶν σχίζονται
Ὀγκώδη μάρμαρα προβάλλουν ἀπὸ μέσα
Τὰ ἐξορύσσουν ἀπ’ τὰ σπλάγχνα τους,
γιὰ νὰ οἰκοδομήσουν τὴ νέα πόλη.

Μπροστά μου τρέχει μία καλλίπυγος ἐπαναστάτις
Καταφεύγουμε λαχανιασμένοι στὰ Προπύλαια
«Ποιὰ εἶσαι; Βγάλε τὴ μάσκα νὰ σἐ δῶ»
Κατεβάζει τὸ blue jean, «φίλησέ μου το»
Τῆς γλείφω τὸ αἰδοῖο κοιτάζοντάς την στα μάτια
Μέσα ἀπὸ τὴν ἀντιασφυξιογόνο μάσκα,
ἀκούγεται ὁ ῥόγχος τῆς ἀναπνοῆς της.

Κραάκ! μὲ μιὰ πέτρα μοῦ σπάζει τὸ κάτοπτρο τοῦ νοῦ
Τὸ εἴδωλο τοῦ κόσμου κερματίζεται
Μυριάδες ἀπαστράπτοντα κρύσταλλα στροβιλίζονται
Ἕνα ἀηδόνι βρυχᾶται,
προσδίδοντας πρωτάκουστο νόημα στὸν κόσμο.  

Κυριακή 11 Νοεμβρίου 2012

Λυκόφως




Καθισμένος σὲ μιὰ παλιὰ πολυθρόνα,
μπροστὰ σ’ ἕναν θαμπὸ καθρέφτη,
λικνίζομαι
Ἐμπρὸς-πίσω, πίσω-ἐμπρός, ἐμπρὸς-πίσω
Ἀνδρείκελο
Βὰλς μὲ ἐξαρθρωμένο κεφάλι.

Οὔτε ξυπνητὸς εἶμαι οὔτε κοιμᾶμαι
Βρίσκομαι σὲ λήθαργο
Σπάνια ἀνασαλεύει μέσα μου
Κάτι σὰν σκέψη ἤ σὰν ἀνάμνηση.

Στοὺς διαδρόμους,
στὶς μαρμάρινες σκάλες,
στὶς σκοτεινὲς ἀλέες τοῦ ἄλσους,
παντοῦ,
ἀκούγονται σιγανὰ ρυθμικὰ τριξίματα.
Νευρόσπαστα ἐκτελοῦν αὐτόματες κινήσεις
Κατὰ διαστήματα ἀκινητοῦν
Ἔπειτα ξαναρχίζουν.

ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ ΓΙΑ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ
http://issuu.com/larrycool/docs/larry_cool_-______________________________________?mode=window

Δευτέρα 15 Οκτωβρίου 2012

MATRIX



Διασχίζω μιὰ πλατεία μὲ περιστέρια
Βλέπω μιὰ νεκροφόρο
Φίλους καὶ συγγενεῖς νὰ πενθοῦν
«Ποιὸς πέθανε;» ῥωτῶ
«Ἐσύ»         
«Ἐγώ;!»
«Ἦταν γραφτό σου»
Ἆρον ἆρον μὲ βάζουν ἐπικεφαλῆς καὶ ἡ κηδεία μου ξεκινᾶ.

Εἶμ’ ἕνα ὄνειρο ποὺ παρασύρει ὁ ἄνεμος
Αἴφνης ἀντιλαμβάνομαι,
ὅτι ‘γραφτό μου’ εἶναι τὸ ποίημα τοῦτο.

Τὰ μάγια τοῦ μυαλοῦ μου λύνονται
Ξεσπῶ σὲ γέλια
Φρρρ! πετοῦν μακριὰ τρομαγμένες οἱ λέξεις,
ἀφήνοντας τὴ σελίδα κατάλευκη.


ΔΕΚΑ ΧΙΛΙΑΔΕΣ ΚΛΩΤΣΙΕΣ ΣΤΗΝ ΚΟΙΛΙΑ ΤΗΣ ΣΑΠΙΑΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ

Παρασκευή 20 Ιουλίου 2012

Οἱ Ἀγανακτισμένοι τοῦ 2011


Τὸ πλῆθος στὴν πλατεῖα ὀργισμένο
Ἐμεῖς πάλι,
λαχανιάζουμε ἀπὸ πόθο μέσα στ’ ἀντίσκηνο
«Θὰ σ’ ἀγαπῶ γιὰ πάντα» τῆς λέω, »ἐσύ;»
Γελᾶ
«Μόνο γιὰ ὅσο διαρκέσει,
ἡ μυρωδιὰ τοῦ σπέρματός σου στὸ μουνί μου.»

Ἀπ’ τὰ παράθυρα τῆς Βουλῆς,
ἐκτινάσσονται φλεγόμενοι πολιτευτὲς
Τὴν ἀναζητῶ παντοῦ καὶ ξαφνικὰ τὴν βλέπω
Γυμνή, ὄρθια πάνω σ’ ἕνα νέφος κατουρεῖ τὰ ΜΑΤ
Στὴ ματωμένη παλάμη της σφίγγει,
τὰ κομμένα ὄργανα κάποιου τραπεζίτου
Κάτω ἀπ’ τὴ μασχάλη της ἔχει ἕναν κόκορα.

Τὸ λάλημα τοῦ ἀλέκτορος σχίζει τὴ νύκτα
Ἀπ’ τὸ ἐκθαμβωτικὸ ἄνοιγμα,
βάζει ὁ Θάνατος τὸ χέρι του καὶ παίρνει ἀνθρώπους.

Τρίτη 26 Ιουνίου 2012

Ὀνειρεύομαι ὅτι Ζῶ


Βγαίνω ἀπὸ τὸν σιδηροδρομικὸ σταθμὸ
Εἶναι μιὰ πόλη ἔρημη,
μὲ θολωτὲς στέγες καὶ σκυθρωπὰ κτήρια
Περιπλανῶμαι στοὺς δρόμους,
κρατῶντας μιὰ φθαρμένη δερμάτινη βαλίτζα
Ἐπισκέπτομαι τὰ μουσεῖα, τὶς ἐκκλησίες.

Τὴν ὥρα ποὺ νυχτώνει καταλήγω σ’ ἕνα δωμάτιο
Ὅλα εἶναι θαμμένα στὴ σκόνη
Ἀναγνωρίζω τὸ τραπέζι,
τὰ σκεύη,
τὴν κουνιστὴ πολυθρόνα
Ἐπάνω στὸ τραπέζι ο στυλογράφος,
τούτο τὸ ποίημα ποὺ τελειώνει ἐδῶ...

Μὲ καταλαμβάνει ἀφόρητο ἄγχος
Ἐπέστρεψα μετὰ ἀπὸ χρόνια γιὰ νὰ τὸ τελειώσω
Παίρνω τὸν στυλογράφο καὶ «καθώς στρέφομαι,
ντικρίζω ναν ξένο:
Τό εδωλό μου στόν παλιό καθρέφτη.»

Παρασκευή 11 Μαΐου 2012

Femme Fatale




Νύχτα ἐπισκέπτομαι τὴν μοιραία γυναίκα
«Θέλω νὰ μοῦ ἀλλάξετε τὴ ζωὴ» τῆς ζητῶ
»Νὰ ζήσω πραγματικά»
«Ἡ ζωή σας εἶναι πλεγμένη μὲ τὸν κόσμο» ἀπαντᾶ
Κι ἀπότομα μὲ τὸ στιλπνό της νύχι,
τραβᾶ ἕνα νῆμα ἀπ’ τὸ πουλόβερ μου.

Ἔκθαμβος παρακολουθῶ τὸ ξήλωμα τοῦ σώματός μου,
τῆς ψάθινης καρέκλας, τοῦ χαλιοῦ,
ὅλων ὅσων ἔκανα, εἶπα καὶ σκέφτηκα
Μαγεμένος βλέπω,
τὴν διάλυση τῶν ῥαφῶν τοῦ μυαλοῦ μου μὲ τὸν κόσμο.

Καθισμένη τώρα στὸ σκοτάδι,
πλέκει ἀραιὰ τὰ νήματα τοῦ κόσμου, τῆς ζωῆς μου
Ἀφήνει τὰ πουλιά τὰ σύννεφα τὶς θλίψεις,
νὰ διέρχονται ἐλεύθερα μέσ’ ἀπ’ τὸ σῶμα μου.

Θέ μου! εἶμαι γεμάτος φεγγαρόφωτο.

Παρασκευή 6 Απριλίου 2012

Οἱ μετανάστες




Εἴμαστε γυμνοὶ καὶ στριμωγμένοι,
μέσα σὲ μιὰ σωσίβια λέμβο
Λεπτότατες ἶνες ἀπ’ τὰ μάτια μᾶς ἕλκουν στὸ ἄγνωστο.

Στέκω πίσω ἀπὸ μιὰ μικρὴ Ἀφρικανὴ
Στὶς παλάμες της φυτρώνουν δύο κυπαρισσάκια
Ἀνάμεσα στοὺς γλουτούς της εἶναι σφηνωμένο τὸ πέος μου
«Βάλ’τον μου,» μουρμουρίζει
Τὴν γαμῶ μὲ ἀνεπαίσθητες κινήσεις τῆς λεκάνης.

Ἀποβιβαζόμεθα σὲ μιὰ ζοφερὴ πόλη
Κατὰ μῆκος τῶν λεωφόρων λαμπαδιάζουν τραπεζίτες
Ἄνθρωποι μὲ μακριὲς λόγχες ξεκοιλιάζουν τὰ νέφη,
καὶ πίνουν ἄπληστα τὸ αἷμα ποὺ ῥέει
«Στὴν κόλαση ἤρθαμε!» μουρμουρίζει τὸ κορίτσι μου.

Βοὺπ-βούπ! ὁ οὐρανὸς μᾶς τραβᾶ ἐπάνω,
καὶ μᾶς βάζει γιὰ ὕπνο στὶς αἰθέριες φωλιές του.