Δευτέρα 22 Απριλίου 2013

Στό Καφέ πού Συχνάζω



Ξαφνικὰ τὰ πράγματα χάνουν τὸ νόημά τους
Μὴ ἔχοντα λόγο ὕπαρξης,
φλιτζάνια τραπέζια νομίσματα σβήνουν
Ἐξαφανίζονται μὲ τρομώδεις ἀναλαμπές.

Ἐπικρατεῖ πανικὸς
«Μὴν κουνηθῇ κανείς!»
διατάσσει ἡ ὡραία σερβιτόρος
»πρῶτα θὰ λύσετε τὸ αἴνιγμα τοῦ κόσμου»
Καὶ τραβῶντας τὸ στενό της φόρεμα,
ἀποκαλύπτεται μιὰ ἀνθισμένη κερασιὰ
Διὰ μιᾶς τὸ νόημα ἀνθίζει στὰ κεφάλια μας:
Ὁ κόσμος καὶ τὰ πράγματα,
εἶναι τὰ ἄνθη τοῦ κενοῦ
κι οἱ λέξεις, ξετρελαμένα ἔντομα.

Ἐπιστρέφοντας σπίτι,
μασῶ ζουμερὴ νύχτα καὶ φτύνω ἄστρα.

Σάββατο 16 Μαρτίου 2013

Ὁ Ἄνθρωπος μέ τά Χίλια Μάτια




Σπεύδω ἔντρομος στὰ ἐπείγοντα περιστατικὰ
Τὸ σῶμα μου ἔχει γεμίσει ἀναρίθμητα μάτια!

Νύκτα στὸν θάλαμο ἑβδομήντα τρία
Στὴ διπλανὴ κλίνη,
χίλια στόματα σ’ ἕνα ἑτοιμοθάνατο σῶμα,
προφητεύουν τὰ μέλλοντα
Ἐμφανίζεται τότε ἡ ὡραία ἰατρὸς
Εἶναι ἕνα βαθυκύανο κομμάτι θάλασσας,
στὸ σχῆμα χυτοῦ, γυναικείου σώματος
Στὰ βάθη της λευκάζουν οἱ σκελετοὶ τῶν ἐραστῶν της
«Τί συμβαίνει στ’ ἀνθρώπινα σώματα;» ῥωτῶ
«Ἀλλάζουν
Εἶναι ἡ ἐποχὴ ποὺ οἱ ἄνθρωποι γίνονται θεοί.»
Τὴν πιέζω νὰ γονατίσῃ στὴ γωνία
Πνίγει μιὰ κραυγὴ ἔκπληξης,
καθὼς τὸ πέος μου εἰσδύει στὸν πρωκτό της.

Τρέχω μὲ μύρια μάτια στὴν καταιγίδα ἀλλόφρων
Στὸν οὐρανὸ ἀστράπτουν,
οἱ κιτρινόμαυρες ἀνταύγειες μιᾶς τίγρης ποὺ ὁρμᾶ.

Παρασκευή 8 Φεβρουαρίου 2013

Βροχοποιός



Στέκω στὸ ἄνοιγμα τῆς πόρτας
Συλλέγω νέφη
Εἶμαι βροχοποιὸς
Στοὺς τοίχους ἐμφανίστηκαν παράξενες νωπογραφίες
Τρεῖς μέρες βρέχει
Στὴ στέγη ἄνοιξαν τρύπες ἀμέτρητες.

Νοῦς μου εἶναι τὸ σύννεφο μὲ τὰ χίλια μάτια
Ἀκολουθεῖ τὴν τύχη καὶ τὸν ἄνεμο
Οἱ μορφές του γεννιοῦνται ἡ μία μέσα ἀπὸ τὴν ἄλλη
Ἄλλοτε βρίσκουν νόημα οἱ άνθρωποι
Ἄλλοτε ὄχι.

Νύχτα, βαδίζω σκυφτὸς
Τὰ ροῦχα μου ἀχνίζουν
Ἀντὶ γιὰ φανὸ θυέλλης,
μιὰ σταγόνα λάμπει στὴ μύτη μου
Φέγγει τὸν κόσμο.

ΑΓΓΕΛΟΙ ΚΑΡΦΩΝΟΝΤΑΙ ΜΕ ΤΟ ΚΕΦΑΛΙ ΣΤΗΝ ΑΣΦΑΛΤΟ

Πέμπτη 3 Ιανουαρίου 2013

Στήν Ἐποχή τοῦ Ὑδροχόου



Ξυπνῶ μέσα στὴν ἄγρια νύχτα
Ἀπὸ τοὺς τοίχους, τὸ πάτωμα,
ἀναβλύζουν νερά.

Κτυπῶ στὸ διπλανὸ διαμέρισμα
Ἕνα γυμνὸ κορίτσι ἀνοίγει
«Τὰ πάντα ῥεῖ!» λέω θορυβημένος
«Εἶν’ ἡ συνείδησή σου» μὲ καθησυχάζει
»Ῥέοντας ἀδιάκοπα,
σχηματίζει κι ἀφανίζει τοῦ κόσμου τὶς μορφὲς»
Στεκόμαστε μέχρι τὴ μέση στὸ νερὸ
Διστακτικὰ ἀγγίζω τὸ αἰχμηρό της στῆθος
Ἀμέσως τὸ εἴδωλο διαλύεται σὲ κύκλους.

Βγαίν’ ἡ πανσέληνος, φωτίζονται τὰ νερὰ
Μιὰ θαλάσσια χελώνα,
–ἡ συνείδησή μου,
διασχίζει ἤρεμα τὸ πλημμυρισμένο δωμάτιο.


Κυριακή 9 Δεκεμβρίου 2012

Ἡ ἄγ(ρ)ια Νύκτα τῶν Ἐξεγερμένων




Τὰ πρόσωπα τῶν παιδιῶν σχίζονται
Ὀγκώδη μάρμαρα προβάλλουν ἀπὸ μέσα
Τὰ ἐξορύσσουν ἀπ’ τὰ σπλάγχνα τους,
γιὰ νὰ οἰκοδομήσουν τὴ νέα πόλη.

Μπροστά μου τρέχει μία καλλίπυγος ἐπαναστάτις
Καταφεύγουμε λαχανιασμένοι στὰ Προπύλαια
«Ποιὰ εἶσαι; Βγάλε τὴ μάσκα νὰ σἐ δῶ»
Κατεβάζει τὸ blue jean, «φίλησέ μου το»
Τῆς γλείφω τὸ αἰδοῖο κοιτάζοντάς την στα μάτια
Μέσα ἀπὸ τὴν ἀντιασφυξιογόνο μάσκα,
ἀκούγεται ὁ ῥόγχος τῆς ἀναπνοῆς της.

Κραάκ! μὲ μιὰ πέτρα μοῦ σπάζει τὸ κάτοπτρο τοῦ νοῦ
Τὸ εἴδωλο τοῦ κόσμου κερματίζεται
Μυριάδες ἀπαστράπτοντα κρύσταλλα στροβιλίζονται
Ἕνα ἀηδόνι βρυχᾶται,
προσδίδοντας πρωτάκουστο νόημα στὸν κόσμο.  

Κυριακή 11 Νοεμβρίου 2012

Λυκόφως




Καθισμένος σὲ μιὰ παλιὰ πολυθρόνα,
μπροστὰ σ’ ἕναν θαμπὸ καθρέφτη,
λικνίζομαι
Ἐμπρὸς-πίσω, πίσω-ἐμπρός, ἐμπρὸς-πίσω
Ἀνδρείκελο
Βὰλς μὲ ἐξαρθρωμένο κεφάλι.

Οὔτε ξυπνητὸς εἶμαι οὔτε κοιμᾶμαι
Βρίσκομαι σὲ λήθαργο
Σπάνια ἀνασαλεύει μέσα μου
Κάτι σὰν σκέψη ἤ σὰν ἀνάμνηση.

Στοὺς διαδρόμους,
στὶς μαρμάρινες σκάλες,
στὶς σκοτεινὲς ἀλέες τοῦ ἄλσους,
παντοῦ,
ἀκούγονται σιγανὰ ρυθμικὰ τριξίματα.
Νευρόσπαστα ἐκτελοῦν αὐτόματες κινήσεις
Κατὰ διαστήματα ἀκινητοῦν
Ἔπειτα ξαναρχίζουν.

ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ ΓΙΑ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ
http://issuu.com/larrycool/docs/larry_cool_-______________________________________?mode=window

Δευτέρα 15 Οκτωβρίου 2012

MATRIX



Διασχίζω μιὰ πλατεία μὲ περιστέρια
Βλέπω μιὰ νεκροφόρο
Φίλους καὶ συγγενεῖς νὰ πενθοῦν
«Ποιὸς πέθανε;» ῥωτῶ
«Ἐσύ»         
«Ἐγώ;!»
«Ἦταν γραφτό σου»
Ἆρον ἆρον μὲ βάζουν ἐπικεφαλῆς καὶ ἡ κηδεία μου ξεκινᾶ.

Εἶμ’ ἕνα ὄνειρο ποὺ παρασύρει ὁ ἄνεμος
Αἴφνης ἀντιλαμβάνομαι,
ὅτι ‘γραφτό μου’ εἶναι τὸ ποίημα τοῦτο.

Τὰ μάγια τοῦ μυαλοῦ μου λύνονται
Ξεσπῶ σὲ γέλια
Φρρρ! πετοῦν μακριὰ τρομαγμένες οἱ λέξεις,
ἀφήνοντας τὴ σελίδα κατάλευκη.


ΔΕΚΑ ΧΙΛΙΑΔΕΣ ΚΛΩΤΣΙΕΣ ΣΤΗΝ ΚΟΙΛΙΑ ΤΗΣ ΣΑΠΙΑΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ