Δευτέρα 11 Δεκεμβρίου 2017

Τυφλός ἐκ Γενετῆς


Τὰκ-τὰκ κτυπῶ μὲ τὸ ῥαβδὶ τὸ πεζοδρόμιο
Ἐλέγχω ἄν ὄντως ὑπάρχει ὁ κόσμος
Ἄν εἶναι ὄνειρο.

«Ἔλα,» μὲ καλεῖ μιὰ αἰσθησιακὴ φωνὴ
Τὴν ἀκολουθῶ σ’ ἕνα πνιγηρὰ ζεστὸ δωμάτιο
«Ἄγγιξέ με, εἶμαι γυμνή»
Κατευθύνει τὸ χέρι μου στὶς θηλές, στὸ αἰδοῖο της
«Ποιὰ εἶσαι;»  «Ἡ φωνὴ
μεταμορφώνομαι σὲ ὅ,τι φαίνεται, σὲ ὅ,τι βλέπουν,
σὲ ὅ,τι ἐκλαμβάνουν ὡς κόσμο οἱ ἄνθρωποι.»

Τάκ! μὲ τὸ ῥαβδί μου,
ὁ κόσμος θρυμματίζεται σὲ μυριάδες ψηφίδες
Καταρρέουν στὴν ἄβυσσο
Βρίσκομαι στὸ κενὸ
Δυὸ ἥλιοι εἶναι σφηνωμένοι στὰ τυφλά μου μάτια
Ἀπὸ τὰ πέλματά μου βρέχει.

ΑΓΓΕΛΟΙ ΚΑΡΦΩΝΟΝΤΑΙ ΜΕ ΤΟ ΚΕΦΑΛΙ ΣΤΗΝ ΑΣΦΑΛΤΟ
Μεταλλογοτεχνία

Κυριακή 10 Δεκεμβρίου 2017

Ἕνας Τάρανδος Σπρώχνει τή Συννεφιά μέ τά Κέρατα



Κοιμῶμαι
Μαῦρες νιφάδες πέφτουν στὴν ἄβυσσο ἐντός μου
Κάτω ἀπ’ τὸ κρεβάτι δύο μικρὲς φιλιοῦνται
«Μούσκεμα εἶναι τὸ μουνί σου»
«Σστ, μέσ’ ἀπ’ τ’ ἀπαρέμφατο ‘θεᾶσθαι,’
κρυφοκοιτάζει ὁ Θεός.»

Κράκ! ὁ τραπεζίτης Λεβιάθαν θραύει,
ἀνθρώπινα κρανία στὰ σαγόνια του
Μαινόμενος καταβροχθίζει τὰ ἴδια του τὰ χέρια
Τὰ πόδια του, τὰ σπλάγχνα του
Ἀπομένει ἕνα στόμα στὸ χῶμα π’ οὐρλιάζει.

Ὑπνοβατῶ στὴν ἔρημη Ἀθήνα
«Ἀναζητῶ τὸ σῶμα μου,»
ψιθυρίζει ἀπ’ τὰ χείλη μου ὁ Θεὸς
Μὲ κάτι ψηλὰ καλάμια αὐτὲς οἱ πονηρὲς μικρές,
ῥοφοῦν τὸ σεληνόφως.

ΑΓΓΕΛΟΙ ΚΑΡΦΩΝΟΝΤΑΙ ΜΕ ΤΟ ΚΕΦΑΛΙ ΣΤΗΝ ΑΣΦΑΛΤΟ
Μεταλλογοτεχνία

Σάββατο 9 Δεκεμβρίου 2017

Λαβύρινθος


Δένω τὴν γραβάτα μου μπροστὰ στὸν καθρέπτη.

Πολὺ πρὶν γεννηθῶ,
οἱ μορφὲς σχημάτισαν τὶς ἕλικες τοῦ νοῦ μου,
καὶ παγιδεύτηκα
Τώρα πλανῶμαι σὲ στοὲς περίπλοκες,
μὲ τὶς σκιές,
ὄνειρο μέσα στ’ ὄνειρο,
ὅτι δῆθεν ζῶ,
ὅτι κάθε φορὰ βρίσκω τὸν μίτο κομμένο
Πανικοβάλλομαι
Τρέχω ἀλλόφρων
Νὰ διαφύγω
Ν’ ἀποδράσω ἀπὸ τί, ἀπὸ ποιόν;!

Καθὼς δένω τὴν γραβάτα μου,
μέσα ἀπὸ τὸν καθρέπτη ἐξέρχεται τὸ εἴδωλό μου:
Ὁ κύριος μὲ τὴν αἱμόφυρτη ταυροκεφαλή!

ΑΓΓΕΛΟΙ ΚΑΡΦΩΝΟΝΤΑΙ ΜΕ ΤΟ ΚΕΦΑΛΙ ΣΤΗΝ ΑΣΦΑΛΤΟ
Μεταλογοτεχνία

Παρασκευή 8 Δεκεμβρίου 2017

Στήν Παγίδα τοῦ Νοῦ


Ξυπνῶ σ’ ἕνα δωμάτιο μὲ σκιὲς
Ἀπὸ τὸ χῶρο ἀναδύονται θεοὶ καὶ ἄνθρωποι
Καὶ χλούπ! τοὺς καταπίνει πάλι
«Κάνε μου ἔρωτα,»
ψιθυρίζει μιὰ θεὰ καὶ μοῦ πιάνει τοὺς ὄρχεις
«Ποῦ βρίσκομαι;» ἀναρωτιέμαι
«Στὸ νοῦ σου· αὐτὸς δημιουργεῖ ὅ,τι βλέπεις κι ἀκοῦς,»
λέγει καὶ καταρρέει σὲ μυριάδες, πολύχρωμες χάντρες.

Ἀκαριαία, ὁ χῶρος κρυσταλλώνεται
Γίνεται συμπαγὴς ὑαλόμαζα,
ἐγκλωβίζοντας γιὰ πάντα τὶς μορφὲς καὶ λόγια μας.

Στέκω γυμνὸς σ’ ἕναν ἀγρὸ
Στὴν παλάμη κρατῶ μιὰ κρυστάλλινη σφαῖρα, –τὸ νοῦ μου
Ἐντός της διαδραματίζονται τὸ παρελθὸν μου, τὸ μέλλον μου
Τὰ πόδια μου μεταβάλλονται σὲ μυρμήγκια
Κατέρχομαι στὶς χῶρες τῶν νεκρῶν…

ΑΓΓΕΛΟΙ ΚΑΡΦΩΝΟΝΤΑΙ ΜΕ ΤΟ ΚΕΦΑΛΙ ΣΤΗΝ ΑΣΦΑΛΤΟ
Ἀταίριαστη λογοτεχνία 

Πέμπτη 7 Δεκεμβρίου 2017

Ἐλάφι πού Ἔχει γιά Κέρατα δυό Ἀστραπές


Κουκουλωμένος ὁ Θεὸς μ’ ἕνα σεντόνι,
γαμεῖ μία ποιήτρια
Τὸ δωμάτιο εἶναι δημόσια ἐφορία
Πόρτες ἀνοίγουν, κλείνουν,
κλητῆρες διασκελίζουν τὸ κρεβάτι.

Νύκτα
Ὁ κόσμος ἐξανεμίζεται βίαια
Ξαναγίνεται Λόγος, τὸν ἀναρροφεῖ ὁ Θεὸς
Μέσα στὸν μεταλλικὸ φοριαμὸ συνωθοῦνται,
ὁ Πρωθυπουργὸς μὲ τοὺς τραπεζίτες
Σκράτς!
σχίζουν λωρίδες ὁ ἕνας ἀπ’ τὸ δέρμα τοῦ ἄλλου καὶ τὶς τρῶν.

Ἀπ’ τὸ μέτωπο τῆς ποιήτριας ἐξορμᾶ ἕνας βίσων
–ὀργὴ ἀπ’ τὰ δάση τοῦ μυαλοῦ της
Ἀπ’ τὸ στόμα της βγαίνουν ἠλεκτρικὲς μαρμαρυγὲς
–ἡ καινούργια γλῶσσα
Οἱ κόσμοι ποὺ θὰ ζήσωμε εἶναι ποιήματά της.

ΑΓΓΕΛΟΙ ΚΑΡΦΩΝΟΝΤΑΙ ΜΕ ΤΟ ΚΕΦΑΛΙ ΣΤΗΝ ΑΣΦΑΛΤΟ
High explosive literature

Τετάρτη 6 Δεκεμβρίου 2017

Ὁ Τάπης


Κοιτάζοντας τὸ ξεθωριασμένο χαλί,
ἀνακαλύπτω στὰ στερεότυπα σχήματα,
τὴ μορφή μου!
Σκύβω ἔκπληκτος καὶ ἐξετάζω τὸν τάπητα
Διακρίνω τὴν κάτοψη τῆς πολυκατοικίας,
τὴν διαδρομὴ σπίτι-γραφεῖο,
τὴν τεθλασμένη πορεία τῆς ζωῆς μου.

Ποιὸς ὕφανε τὸν τάπητα;
Πῶς μὲ παγίδευσε;
Πῶς τόσα χρόνια;

Κλεισμένος στὸ δωμάτιο,
ἐπὶ βδομάδες μῆνες μελετῶ τὴν ὕφανση
Τελικὰ τὴν ξηλώνω μ’ ἀγανάκτηση
Τίποτε
Μονάχα στήμονες κι ὑφάδια τοῦ μυαλοῦ μου.

ΑΓΓΕΛΟΙ ΚΑΡΦΩΝΟΝΤΑΙ ΜΕ ΤΟ ΚΕΦΑΛΙ ΣΤΗΝ ΑΣΦΑΛΤΟ
Λογοτεχνία για ανοιχτά μυαλά.

Τρίτη 5 Δεκεμβρίου 2017

Κάτω ἀπό τό Tραπέζι


Παρευρίσκομαι σ’ ἕνα νεκρόδειπνο μεταξὺ ποιητῶν
Πλήττω αφόρητα καὶ σιγὰ-σιγὰ γλιστρῶ στὴν καρέκλα
Κάτω ἀπὸ τὸ τραπέζι κρύβεται μιὰ ἀπόκοσμα ὄμορφη ἔφηβος
«Σστ,» ψιθυρίζει· »εἶμαι ἡ Ποίηση»
«Ὁ κόσμος μας εἶναι νεκρός,» λέω ἀνήσυχος
«Ὁ κόσμος σας εἶναι ποίημά μου,
κι ἐσεῖς οἱ ποιητὲς πίδακες λέξεων.»

Τῆς κάνω ἔρωτα σφίγγοντας τοὺς μικροὺς γλουτούς της
Εἶναι σὲ ἔκσταση
Ἀπ’ τὸ στόμα της διαφεύγουν φυσαλίδες μικρόκοσμων
Γύρω μας τὰ πράγματα ἐξανεμίζονται
Μένει ἡ ἀρχική ἠχὼ τῶν ὀνομάτων τους.

Τὸ τραπέζι ἀνάποδα γεμάτο ποιητές,
παραδέρνει σαν βάρκα στὸ σκοτεινὸ διάστημα
Ἀπὸ τὰ χάσκοντα στόματά τους,
δέσμες φωτὸς ἐξερευνοῦν τὸ μέγα ἄγνωστο.

ΑΓΓΕΛΟΙ ΚΑΡΦΩΝΟΝΤΑΙ ΜΕ ΤΟ ΚΕΦΑΛΙ ΣΤΗΝ ΑΣΦΑΛΤΟ
Ἀνατρεπτική λογοτεχνία για ἀνυπάκοους.