Σάββατο, 17 Φεβρουαρίου 2018

Με Χίλια Μάτια θα σε Δω, με Χίλια Στόματα θα σε Καταβροχθίσω.


(απόσπασμα)
...σηκώνοντας το βλέμμα βλέπω τον Larry στο άνοιγμα της πόρτας· φαίνεται χαμένος, έχει βλέμμα αλλοπαρμένου· δεν κρατά τίποτε στα χέρια· «πού είναι το αλεύρι;» τον ρωτώ· «ποιος το γαμεί το αλεύρι...» συνοφρυώνομαι· κάτι δεν πάει καλά· πλησιάζει, με πιάνει από τους ώμους, και μ’ ένα αλλόκοτο χαμόγελο, λέει: «αδελφέ, δεν θα το πιστέψεις! εκεί που επέστρεφα με τη σακούλα το αλεύρι, γωνία Parkway και Camden Street, ξέρεις, εκεί που είναι η Royal Bank of Scotland, –δεν θα το πιστέψεις, αδελφέ– πέφτω πάνω στο θεό· halleluia!» «σε ποιόν;» «μαλάκα μου..,» σηκώνει ψηλά τα χέρια: «είδα τον θεό αυτοπροσώπως·» το βλέμμα μου σκοτεινιάζει· «‘Larry τέκνον μου,’ μου λέει· ‘ο κόσμος που δημιούργησα είχε τραγική κατάληξη· απέτυχα οικτρά και παραιτούμαι· θέλεις να δοκιμάσεις εσύ να δημιουργήσεις έναν καλύτερο;’ ‘εγώ;! εγώ θεέ μου δεν είμαι παρά ένας ταπεινός πορνογράφος· πώς είναι δυνατόν να δημιουργήσω έναν κόσμο;’ ‘μην υποτιμάς τον εαυτό σου, Larry· είσαι ποιητής σαν κι εμένα· κι εμείς οι ποιητές ποιούμε κόσμους· αυτή είναι η δουλειά μας· εν αρχή ην ο λόγος –κυριολεκτικά! και όχι μόνο στην αρχή αλλά και στη συνέχεια· όλα λόγος είναι· επινόησε κι απλά πρόφερε πρωτάκουστα ονόματα· δημιούργησε δια του λόγου σου –όπως έκανα κι εγώ εξάλλου– έναν πρωτοφανή ήλιο, μια αμεταχείριστη γη, πρωτότυπους ανθρώπους, καινοφανή φυτά και ζώα, όλα λαμπρά και όμορφα, όλα νέα·’» «Larry, πού είναι το αλεύρι;» δεν μου δίνει σημασία· «‘φοβάμαι θεέ μου,’ του λέω· ‘δεν είμαι ικανός για ένα τόσο μεγάλο έργο·’ ‘μη φοβού, τέκνον Larry· αμήν λέγω σοι, ο κύριος μετά σού·’ ‘αληθώς θεέ μου;’ ‘αληθώς, τέκνον Larry·’» «πού είναι το αλεύρι;» «...και επιθέτοντας τας χείρας επί της κεφαλής μου, κλακ! ανάβει μέσα μου έναν αντιαεροπορικό προβολέα 5000 watt· μαλάκα μου! φωτίστηκα· είμαι φωτισμένος τώρα· enlightened, σου λέω! halleluia man!» «τ’ αλεύρι, Larry!»  «και πέφτω στα γόνατα και με δάκρυα στα μάτια τού λέω: ‘σ’ ευχαριστώ, θεέ μου· πώς να σου δείξω την ευγνωμοσύνη μου; δεν έχω τίποτε άλλο να σου δώσω παρά μόνο τούτη εδώ τη σακούλα με τ’ αλεύρι· σε παρακαλώ, δέξου την προσφορά μου· να, ορίστε·’ κι αμέσως ο θεός ξαναπαίρνει τη μορφή τού τζαμαϊκανού απ’ όπου ψωνίζω συνήθως·» μένω άναυδος· μου ’ρχεται σκοτοδίνη· «καλά, έδωσες το αλεύρι στον dealer για να πάρεις μαριχουάνα;!» «ποιος το γαμεί το αλεύρι! εδώ μου έδωσε τη φώτιση να δημιουργήσω έναν ολόκληρο κόσμο·» «τί θα φάμε τώρα, Larry?» δεν ακούει· σωριάζομαι εξουθενωμένος στην πολυθρόνα με άδειο από σκέψεις μυαλό, με κενό από αισθήματα σώμα· ...............................................................................................................................
...ανοίγω την πόρτα τού Larry, είναι σκοτεινά, τον βλέπω γερμένο έξω απ’ τ’ ανοιχτό παράθυρο κρατώντας στ’ αυτί ένα μεγάλο χωνί παλιού γραμμοφώνου στραμμένο προς τον έναστρο ουρανό, ενώ με τ’ άλλο χέρι σημειώνει κάτι παράξενα σύμβολα σ’ ένα τετράδιο πάνω στο τραπέζι· «Larry?» «σστ..!» έχει το γνωστό αλλοπαρμένο του ύφος· μου κάνει νόημα να πλησιάσω και βάζει το χωνί στ’ αυτί ψιθυρίζοντας: «αφουγκράσου·» «τί;» «τον απόηχο του big bang·» μένω άφωνος· με πιάνει απ’ τους ώμους, με κοιτάζει κατάματα και σε εμπιστευτικό ύφος: «Soma, φίλε μου· αυτή τη στιγμή που σου μιλώ, το big bang βρίσκεται εν πλήρη εξελίξει· αυτά εδώ τα σώματά μας είναι ένα απειροελάχιστο προϊόν τών συμπαντικών διαδικασιών, όπως και τα λόγια που σου λέω αυτή τη στιγμή και οι σκέψεις που κάνουμε και τα αισθήματα που αισθανόμαστε· όλα είναι έργα, πράξεις κι ενέργειες του κοσμικού big bang· και το big bang έγινε με το που άνοιξε ο θεός το στόμα του και είπε, ‘γενηθήτω φως» και θα τελειώσει με το που θα πει: ‘γαμηθήτω όλα!’ είπε λοιπόν, ‘γενηθήτω φως» και τα υπόλοιπα ήταν απλά επτά ημέρες ακατάσχετη λογοδιάρροια· αφού λοιπόν το βασικό συστατικό τού κόσμου είναι ο λόγος, δια του λόγου και πάλι θα δημιουργήσουμε τον καινούργιο· λογικό; απολύτως·» με μια δραματική κίνηση υψώνει τα χέρια· «άνθρωπε! με το χωνί συλλέγω τον λόγο τού θεού απ’ τ’ άστρα· ακούω την ηχώ τής φωνής του που φθάνει ως εδώ διασχίζοντας τους αιώνες, την καταγράφω και την αποκρυπτογραφώ· σπουδάζω τη γλώσσα τής δημιουργίας, Soma! καταλαβαίνεις;» «με το χωνί;» με κοιτάζει με ειλικρινή απορία· «γιατί τί έχει; μην καταφρονείς ένα ταπεινό χωνί! κάνει δουλειά αυτό το χωνί·» με πιάνει πάλι απ’ τους ώμους και σε δραματικό τόνο: «αδελφέ, είσαι έτοιμος ν’ ακούσεις την μεγάλη αλήθεια;» κάνει μια παύση για να τονίσει αυτό που πρόκειται να πει και, «δεν υπάρχουμε! είμαστε λόγος –δέσμες αρμονικών συχνοτήτων· ο κόσμος που ζούμε, δεν υπάρχει! είναι ακροαματισμός, φρεναπάτη· τα πάντα είναι ομιλίες, βόμβοι και κρότοι, τριγμοί-σφυρίγματα-ζουζουνίσματα-φταρνίσματα· από έμβρυα ακόμη, ακούμε θορύβους και ήχους, μας δημιουργείται η ψευδής βεβαιότητα ότι εκεί έξω υπάρχει κόσμος και όταν βγαίνουμε νομίζουμε ότι τον βλέπουμε·» «Larry..,» «halleluiah! ακούω το λόγο τού θεού και καθ’ υπαγόρευσή του γράφω την καινούργια γλώσσα· συλλαμβάνεις την κλίμακα τού εγχειρήματος; σε συνεργασία με το θεό ποιώ τον μετα-κόσμο όπου θα ζήσουμε ελεύθεροι από εξουσίες·» «Larry, τί θα φάμε απόψε;» «εγώ σού μιλώ για την ελευθερία, άνθρωπε! καταλαβαίνεις τί σου λέω; επί γης ελευθερία κι αναρχία· halleluiah, ξύπνα άνθρωπε!» αναφωνεί με δακρυσμένα απ’ τη συγκίνηση τα μάτια και τινάζει ψηλά τα χέρια του σαν να τινάζει ένα σεντόνι· δεν ακούει· βρίσκεται αλλού· έκθαμβος ψαύει με τα δάχτυλά του το κενό ψιθυρίζοντας εκστατικά: «ψηλαφώ τα αιθέρια πέπλα τής νύχτας που σαλεύουν στην πνοή τού θεϊκού λόγου...» 

Σάββατο, 10 Φεβρουαρίου 2018

Déjà vu

Image may contain: sky, shoes, grass and outdoor
Κωνσταντίνος 'Aρχανιώτης, Reflection

Παραδίδω τὸ ἑπόμενο μάθημα
Ξαφνικὰ κάτι βίαιο καὶ ἀνεξήγητο,
συστρέφει τὸ σῶμα μου,
στρεβλώνει τὸ πρόσωπό μου
Στέκω ἔτσι
Ἄνευ αἰτίας, ἄνευ νοήματος
Σὰν κάτι ξένο ποὺ δὲν θα ’πρεπε να ὑπάρχει στὸν κόσμο.

Φθάνω σπίτι μου παραπατῶντας
Δοκιμάζω τὸ κλειδὶ ἀλλὰ δὲν ταιριάζει
Μοῦ ἀνοίγει μιὰ ἄγνωστη ποὺ κρατᾶ ἕνα βρέφος
Μιλᾶ ταραγμένα, καταλαβαίνω ἐλάχιστα
Ἰσχυρίζεται ὅτι εἴμαστε σύζυγοι
Τραυλίζω ἀκατανόητα
Αὐτὴ τὴν ζωή τὴν ἔχω ξαναζήσει.

Σάββατο, 27 Ιανουαρίου 2018

Big Bang – Το Φτάρνισμα τοῦ Θεοῦ

Image may contain: 1 person
Κωνσταντίνος Αρχανιώτης, "Αναγνώστης με τον Απαραίτητο Εξοπλισμό" 

Τὸ σφαχτάρι τοῦ κόσμου,
κρεμασμένο στὸ θόλο τῆς νύχτας,
στραγγίζει ἀπὸ κάθε νόημα.

Ὁ Σάϋλοκ κόβει μιὰ λίβρα σάρκα ἀπ’ τὸ μηρό μου
«Νοστιμώτατον τὸ κρέας σας ἀγαπητὲ»
Ἡ ἐρωμένη του ἐπιδένει τὸ τραῦμα μου
«Πάψτε νὰ σκέπτεσθε τὸ παρελθὸν καὶ τὸ μέλλον,
καὶ γαμῆστε με» ψιθυρίζει
Τὰ χείλη της φτερὰ πεταλούδας τρέμουν πετοῦν
Τὸ πρόσωπό της μένει χωρὶς στόμα.

Ξαφνικὰ ἀκούω τὸ φτάρνισμα τοῦ Θεοῦ –τὸ big bang!
Βρίσκομαι στὸ παρὸν
Ἡ γῆ κάτ’ ἀπ’ τὰ πόδια μου χάνεται
Οἱ ῥίζες τῶν δένδρων στὸν ἀέρα
Τὸ διαυγὲς νερὸ τῆς λίμνης, τὰ ὀστᾶ τῶν νεκρῶν,
μετέωρα στὸ σεληνόφως
Μιὰ μαλακὴ βροχὴ ἀπὸ φλογίτσες πέφτει στὴν ἄβυσσο.

Σάββατο, 20 Ιανουαρίου 2018

Ο Larry


...μπαίνουμε· ένας ψηλός, αδύνατος άντρας 30-35 χρονών που φορά ένα γυναικείο, κομψό καπέλο τού μεσοπολέμου κι ένα μαύρο επανωφόρι με γούνινο γιακά, λέει σε μια παχουλή κυρία μέσης ηλικίας: «έχω κάτι special για σας, Mrs Robertson·» κι αναζητώντας πίσω από τα ράφια βρίσκει ένα παλιό βιβλίο, φου..! φυσά τη σκόνη, της το δίνει, εκείνη, «αψού!» το παίρνει, το περιεργάζεται· ο άντρας εξηγεί: «είναι ένα σπάνιο –ίσως το μοναδικό– αντίτυπο του Romeo & Juliet, έκδοση του 1602, όπως ακριβώς το έγραψε ο Shakespeare, πριν λογοκριθεί από τον James τον πρώτο· το έργο στην αυθεντική του μορφή έχει happy end·» «μπα;! είχα την εντύπωση ότι είναι τραγωδία·» «κάθε άλλο· ακούστε-ακούστε: στην τελική σκηνή, μπαίνει ο Romeo στην νεκρική κρύπτη, βλέπει τη Juliet να κείτεται άψυχη και τρελαίνεται· καταλαβαίνετε.., ψάχνει παντού για το αντίδοτο του δηλητηρίου, δεν το βρίσκει, τις κάνει μαλάξεις, της δίνει το φιλί τής ζωής, τη χαστουκίζει, φωνάζει, κλαίει, οδύρεται.., μάταια όλα· πάνω στην απελπισία του κάνει μια τελευταία, απονενοημένη ενέργεια· τί κάνει; βγάζει το πέος του, το βάζει στο στόμα τής νεκροφανούς Juliet και κατ’ αυτό τον τρόπο τής χορηγεί το αντίδοτο του θανάτου, το ελιξίριο της ζωής, το ζωογόνο σπέρμα· και ω, του θαύματος! η Juliet επανέρχεται στη ζωή· το ζεύγος τρέχει χαρούμενο σ’ ένα λιβάδι γεμάτο λουλούδια και φθάνουν σ’ ένα κοινόβιο αναρχικών –εδώ ο Shakespeare δίνει πολιτική διάσταση στο έργο– όπου ένας μετά τον άλλον οι σύντροφοι, αλλά και όλοι μαζί ταυτόχρονα, παίρνουν την Juliet· καλό; αριστούργημα! ειδική τιμή για σας, 22 pounds, Mrs Robertson,» «α, όχι· είναι πάρα πολλά·» «τελευταία προσφορά: 20 pounds·» η ώριμη κυρία βγάζει το χαρτονόμισμα· «χι-χι-χι, μας διαφθείρετε, κύριε Larry· θα σας άξιζε να πάτε φυλακή γι’ αυτά που γράφετε· μας σκανδαλίζετε·» ο Larry αρπάζοντας το χαρτονόμισμα: «σας αρέσουν όμως πονηρούλα Mrs Robertson·» «σκατούλη,» του λέει εκείνη τραβώντας του ελαφρά τ’ αυτί· «αγριοκόριτσο·» «τρελέ·» «ατίθαση γυναίκα·» «πρόστυχε·» «ανυπότακτο θηλυκό·» και «χι-χι-χι..,» βγαίνει κουνώντας επιδεικτικά τους γλουτούς της· ο Larry ακολουθώντας την με το βλέμμα μονολογεί: «τί κάνω ο άνθρωπος για να πουλήσω· και τί δεν κάνω..!»
........................................................................................................................................................................................................................
«...που λέτε, είχα αυτή τη μεγαλοφυή ιδέα,» και ξαφνικά σηκώνεται, τραβά το μανίκι του και μας δείχνει τον βραχίονά του· «να, δέστε· τη σκέφτομαι κι ανατριχιάζω· μου σηκώνεται η τρίχα· βλέπετε;» βρίσκεται σε υπερδιέγερση· «βλέπουμε, βλέπουμε,» λέω για τον ηρεμήσω· «και πώς μού ’ρθε; ακούστε: εκεί που καθόμουν και διάβαζα το Romeo and Juliet, σκέφτηκα ότι κάθε μεγάλος έρωτας πρέπει να ολοκληρώνεται με την ένωση των σωμάτων· αλλιώς είναι ατυχής κι ατελέσφορος· ότι η συνουσία είναι ο σκοπός κι η αιτία τού έρωτα κι όλα τ’ άλλα είναι απλώς προκαταρτικά στάδια και προετοιμασία για ένα καλό, χορταστικό σεξ·» του νεύω ρίχνοντας ένα βλέμμα προς τη Laila η οποία έχει σταματήσει να τρώει και τον ακούει σαν μαγεμένη· ο Larry μέσα στον ενθουσιασμό του δεν καταλαβαίνει· «...και όσο διάβαζα, τόσο θύμωνα: τί γίνεται επιτέλους εδώ; εδώ έχουμε έναν μεγάλο έρωτα, αλλά δεν περιγράφεται πουθενά η κατάληξη, η ολοκλήρωση, το επιστέγασμα· κουβέντα για συνουσία! πού είναι επιτέλους η συνουσία; για το θεό, άνθρωπε· γιατί δεν έγραψες για τη συνουσία;» «Larry!» προσπαθώ να τον συγκρατήσω· με κοιτάζει με ειλικρινή απορία: «τί;» παρεμβαίνει η Laila· «συνεχίστε, κύριε Larry, συνεχίστε· ξέρω τί είναι συνουσία, Soma·» μένω άφωνος· «αυτό είναι μεγάλη παράλειψη, Soma· σοβαρή ατέλεια για ένα λογοτεχνικό έργο με αξιώσεις· δεν νομίζεις; αλλά..,» κλαπ! χτυπά τη γροθιά του στην παλάμη του και, «χα! φίλε μου· εδώ επεμβαίνει ο σούπερ Larry, ο κολοσσός τής σύγχρονης λογοτεχνίας κι αναλαμβάνει τον ηράκλειο άθλο να τελειοποιήσει το έργο του Shakespeare· σύμφωνα με τη δική μου εκδοχή, στην περίφημη σκηνή τού κήπου, η Juliet ανυπομονώντας λέει αγανακτισμένη στον Romeo: ‘τέλειωνε πια τα ωραία λόγια· πούτσα δεν έχεις; εδώ, ανάμεσα στα σκέλια μου, έχω ένα καυτό μουνί που δεν μπορεί να περιμένει άλλο!’» «να το διαβάσω κι εγώ;!» αναφωνεί η Laila με έξαψη «βεβαίως μικρό, καλό κοριτσάκι·» και της δίνει ένα αντίτυπο· του τ’ αρπάζω απ’ το χέρι· «Larry!» λέω αυστηρά· «τί; υπάρχει καλύτερος τρόπος διάπλασης των παίδων απ’ την κλασσική λογοτεχνία;» «είναι πορνογραφία, Larry·» «με προσβάλεις, φίλε· εξ άλλου η πορνογραφία είναι η μόνη επαναστατική πράξη σήμερα·»

Σάββατο, 13 Ιανουαρίου 2018

Ἡ Σιωπή Εἶν’ Ἀπαρχή Ἑνός Καινούργιου Κόσμου


Χράπ! ἐξαφανίζεται τὸ μισὸ δωμάτιο
Ἀδηφάγο κενὸ καταβροχθίζει τὴν πόλη
Οἱ δρόμοι κόβονται ἀπὸ ἀβυσσαλέους κρημνοὺς
Κολοβωμένα κορμιὰ πασχίζουν νὰ διαφύγουν
Τρώγει ὁ Θεὸς τὸν κόσμο του!

Στὸ Σύνταγμα χιλιάδες σώματα παραληροῦν
Ὅλες οἱ λέξεις ποὺ εἰπώθηκαν ἀπὸ Γενέσεως,
ἐπιστρέφουν στὰ στόματα τώρα
Ἄκρα σιωπή· ποτέ, τίποτε δὲν ἐλέχθη!

Βρίσκομαι στὴ λεηλατημένη Βουλὴ
Μιὰ νεαρὰ μοναχή,
οὐρεῖ ὄρθια παραμερίζοντας τὸ ἐσώρουχο
«Ὦ Κύριε,» προσεύχεται
»γάμησον τὴν δούλην σου, γάμησόν με..,»
Τὴν ἀγκαλιάζω,
καὶ μὲ τὰ στήθη της –δυὸ κεφαλὲς παρδάλεων,
μὲ κατασπαράσσει ἀγρίως.

Σάββατο, 6 Ιανουαρίου 2018

Γυμνός Ἀγγελιαφόρος



Χαϊδεύω τὸ κρανίο μου
Οἱ τρίχες εἶναι γκρίζες, πολὺ σκληρὲς καὶ ὄρθιες
Τὶς ξύρισαν καὶ ’γράψαν στὸ δἐρμα μὲ μελάνι
Ἀγγελιαφόρος εἶμαι, μοιάζω μὲ λύκο.

Διασχίζω τρέχοντας,
χιλιάδες σκοτεινὰ δωμάτια ὅπου σφυρίζουν παγωμένα ρεύματα
Παλιὰ ἦσαν ἀνάκτορα
Ἐδῶ οἱ μέρες πετρώνουν καὶ τὶς σπρώχνω μὲ κόπο
Στὶς ἀχανεῖς αἴθουσες σχημάτισα ψηλοὺς τύμβους
Στοὺς ἀπέραντους διαδρόμους ἀτέλειωτες σειρές.

Δὲν ἐνθυμοῦμαι τὸν ἀποστολέα
Τί μήνυμα μεταφέρω;
Σὲ ποιόν;
Ὁ βασιλιὰς εἶναι νεκρός· κανεὶς δὲν ζεῖ
Παρ’ ὅλα αὐτὰ τρέχω
Ἀγγελιαφόρος γάρ.

Ἔξαφνα ἀκινητοποιοῦμαι στὸν ἀέρα!
Μία γλυκιὰ πνοή,
φέρνει λίγα λευκὰ ἀνθοπέταλα κερασιᾶς.



Δευτέρα, 1 Ιανουαρίου 2018

ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑ 2013



Ἐγὼ βασικὰ τὴν Ἀγγέλα ἤθελα νὰ γαμήσω.
Ἡ Ἀγγέλα εἶναι Κυπραία, φοιτήτρια στο 5ο ἔτος τῆς Ἰατρικῆς, ἀναρχικιά.
Εἶναι συγκατοικός μου.
Ἔχω ἕνα δυάρι τῆς μάνας μου τῆς συχωρεμένης, στὴν Ασκληπιοῦ καὶ τῆς νοικιάζω τὸ δωμάτιο μὲ τὴ σιφονιέρα. Ἀλλὰ δὲν μοῦ πληρώνει τὸ νοίκι.

Παραμονὲς τοῦ 2013.
Μπαίνω στο καθιστικό. Διαβάζει στὸν καναπὲ σταυροπόδι.
-Ἀγγέλα, τῆς λέω, μὲ πονάει τὸ δεξί μου ἀρχίδι· θέλεις νὰ μοῦ τὸ ἐξετάσῃς;
-Εἶναι ἀπ’ τὴν ἀγαμησιά. Τράβα μιὰ μαλακία.
-Ἔχω τραβήξει πάνω ἀπὸ 500 γιὰ πάρτη σου.
-Ὅταν φθάσῃς τὶς 1000 ξαναέλα! Τώρα ἔχω ἐξεταστική.
Οἱ γυναῖκες ὅταν δὲν θέλουν νὰ πηδηχτοῦν σοῦ λένε ὅτι ἔχουν ἐξεταστικὴ περίοδο ἤ τέλος πάντων κάποιου εἴδους περίοδο.
-Γιατί ρὲ Ἀγγέλα νὰ μὴν σὲ πηδήξω κι ἐγώ; Ἀφοῦ σ’ ἔχει πάρει ὅλη ἡ πλατεία Ἐξαρχείων καὶ οἱ πέριξ αὐτῆς δρόμοι!
Ἡ Ἀγγέλα εἶναι πολυγαμική· κάθε βδομάδα φέρνει κι ἄλλο φρικιό στὸ σπίτι καὶ τρελαίνομαι νὰ τοὺς βλέπω νὰ κυκλοφοροῦν γυμνοὶ στὸ διαμέρισμα καὶ νὰ πηδιοῦνται πάνω στη σιφονιέρα τῆς σχωρεμένης τῆς μάνας μου. Γιατὶ λέει ὅτι τὴ “βρίσκει” πάνω στὴ σιφονιέρα...
-Ἀγγέλα μοῦ χρωστᾶς πάνω ἀπὸ ἕνα χρόνο νοίκια.
Χλαάτς! μοῦ ἀστράφτει ἕνα φοῦσκο!
-Ἐννοεῖς νὰ καθήσω νὰ μὲ πηδήξῃς γιὰ νὰ σοῦ ξεπληρώσω τὸ νοίκι;! Γιὰ πουτάνα μὲ πέρασες;! Φεύγω μαλάκα!
Πάει στὸ δωμάτιό της κι ἀρχίζει νὰ μαζεύῃ τὰ πράγματά της.
-Ὄχι ρὲ Ἀγγέλα, δὲν ἐννοοῦσα κάτι τέτοιο. Μεῖνε σὲ παρακαλῶ...
-Θὰ ξαναναφέρῃς τὸ θέμα τῶν ἐνοικίων;
-Ὄχι. Στὰ κάνω Πρωτοχρονιάτικο δῶρο.
-Ἄντε γαμήσου! Κραάπ! μοῦ κλείνει τὴν πόρτα στὰ μοῦτρα.
Νομίζω ὅτι ἐκμεταλλεύεται τὴν ἀδυναμία ποὺ τῆς ἔχω.

Κάθομαι μὲ τὸν Παῦλο στὴ λιακάδα, στὰ τραπεζάκια τοῦ “Φλοράλ”, καὶ πίνουμε φραπεδοῦμπες. Μεγάλη ἱστορία ὁ Παῦλος. Εἴκοσι χρόνια στὴν Ἰνδία καὶ δὲν κατάφερε νὰ “φωτιστῇ” ὁ μαλάκας. Θὰ σᾶς πῶ ἄλλη φορὰ γι’ αὐτόν. Τώρα διαβάζει εφημερίδα κι εγώ χαζεύω.
Ἐκείνη τὴ στιγμὴ φθάνει ἡ Ἀγγέλα μὲ τὴν enduro της. Φορᾶ ἕνα κοντὸ φόρεμα κι ὅπως ξεκαλικεύει τὴν ψηλὴ μηχανὴ φαίνεται γιὰ μιὰ στιγμὴ τὸ ἄσπρο εσώρουχό της ἀπὸ κάτω στὸν καβάλο. Ἀποκάλυψις! Ποιός εἶδε τὸ πρόσωπο τοῦ Θεοῦ καὶ δὲν πέτρωσε! Ἔχουμε μείνει μὲ τὸ στόμα ἀνοιχτὸ μὲ τὸν Παῦλο.
-Γεια σας, κάνει χαρούμενα ἡ Ἀγγέλα.
-Γειά σου κοπελιά. Εἶμαι ὁ Παῦλος, φίλος τοῦ Λάρρυ.
-Κι ἐγὼ ἡ Ἀγγέλα.
Ξέρω καλὰ καὶ τὸν Παῦλο καὶ τὴν Ἀγγέλα. Χαριεντίζονται ἀνενδοίαστα μπροστὰ στὰ μάτια μου. Ὁ κολλητός μου φλερτάρει μὲ τὴν κοπέλα ποὺ τοῦ ’χω πεῖ ὅτι εἶμαι ἐρωτευμένος, κι αὐτὴ ἡ γαϊδούρα, χα-χα-χοὺ καὶ χα-χα-χὰ μὲ τὶς χαζοϊστορίες ποὺ τῆς λέει ἀπὸ τὴν Ἰνδία καὶ ξέρουν κι οἱ δυὸ ὅτι ὑποφέρω.
Γίνομαι κίτρινος ἀπ’τὴ ζήλια. Δὲν ξέρω τί νὰ κάνω. Παίρνω τὴν ἐφημερίδα καὶ κάνω τἄχα ὅτι διαβάζω: «...τὸ ΤΑΙΠΕΔ πουλάει τὴ ΓΑΔΑ..,» -στ’ ἀρχίδια μου, συμπηρώνω ἕνα sudoku, ἕνα σταυρόλεξο, ἕνα τζόκερ, ὁ,τιδήποτε.., σηκώνομαι ἀπότομα καὶ φεύγω.
-Τί ἔπαθε αὐτός; Μύγα σὲ τσίμπησε; γελᾶ πίσω μου ἡ Ἀγγέλα.

Ντριιίν! τὸ κινητό μου χτυπᾶ μέσα στὴν ἄγρια νύχτα.
-Λάρρυ, ἔλα καὶ βγάλε με ἀπὸ ’δῶ σὲ παρακαλῶ.., ἀκούω τὴ φωνὴ τῆς Ἀγγέλας ἀνάμεσα στ’ ἀναφιλητά.
-Τί σοῦ συνέβη Ἀγγέλα μου; Σοῦ ’κανε τίποτε αὐτὸς ὁ μαλάκας ὁ Παῦλος;!
-Ὄχι. ὄχι...
-Τότε;
-Νά, μετὰ ἀπὸ λίγο ποὺ ἔφυγες ἀπ’ τὴν πλατεία, πλακώσανε τὰ ΜΑΤ κι ἄρχισαν νὰ μᾶς χτυπᾶνε. Μπήκαμε στὸ Φλοράλ νὰ γλυτώσουμε, ἀλλὰ μπῆκαν κι αὐτοὶ καὶ μᾶς χτυπούσανε ἀλύπητα. Μᾶς συλλάβανε καὶ μᾶς πήγανε στὴ ΓΑΔΑ, καὶ μᾶς σαπίσανε κι ἐκεῖ. Εὐτυχῶς ἦρθαν κάτι Συριζαῖοι δικηγόροι ἀλλιῶς θὰ μᾶς εἶχαν σκοτώσει. Καὶ τώρα γιὰ νὰ μ’ ἀφήσουν, θέλουν κάποιον νὰ ἐγγυηθῇ γιὰ μένα, καὶ δὲν ἔχω κανέναν γιατὶ οἱ δικοί μου εἶναι στὴν Κύπρο καὶ ὅλοι οἱ φίλοι μου ἔχουν φάκελο...
-Πῶς εἶσαι τώρα κορίτσι μου;
-Πονάω παντοῦ Λάρρυ μου.
-Ἠρέμησε, ἠρέμησε· ἔρχομαι ἀμέσως...
Σ’ ὅλο τὸ δρόμο τρέχοντας, ἐπαναλάμβανα: «Μὲ εἶπε, Λάρρυ μου! Μὲ εἶπε, Λάρρυ μου!»

Μετὰ ἀπὸ τρεῖς ὧρες ταλαιπωρία στὴ ΓΑΔΑ, εἴμαστε ἐπιτέλους σπίτι. Τὴν κάνω μπάνιο -ὅλο της τὸ σῶμα εἶναι μελανιασμένο ἀπὸ τὰ κλόμπς- τῆς καθαρίζω τὸ τραῦμα στὸ φρυδάκι προσεκτικὰ μὲ βαμβάκι καὶ betantin, τὴ βάζω στὸ κρεβάτι, κλαίει, τὴν παρηγορῶ ψιθυριστὰ μέχρι νὰ τὴν πάρει ὁ ὕπνος. Ὅλη τὴ νύχτα κάθομαι δίπλα της κρατῶντας ἁπαλὰ τὸ χεράκι της.
Τὸ ψυχρὸ φῶς τῆς σελήνης μπαίνει ἀπ’ τὸ παράθυρο καὶ ξαφνικὰ νοιώθω νὰ πετρώνῃ στὸ στῆθος μου ἕνα τεράστιο μίσος γιὰ τοὺς μπάτσους. Χτύπησαν τὸ μωρό μου! Θὰ τοὺς ἐκδικηθῶ! Θὰ τοὺς γαμήσω τὸ Χριστὸ καὶ τὴν Παναγία! Θὰ τοὺς πάρει ὁ διάολος τὸν πατέρα καὶ τὸ μουνὶ ποὺ τοὺς ξεπέταγε.

Τὸ ἄλλο πρωῒ εἶναι καλύτερα. Τῆς φέρνω πορτοκαλάδα, καφὲ, κρουασὰν κι ἕνα τριαντάφυλλο στὸ κρεβάτι καὶ τὴν ταΐζω. Χτυπᾶ ἡ πόρτα, εἶναι ὁ Παῦλος. Εἶναι walking dead· μαῦρος ἀπ’τὸ ξύλο μὲ βλέμμα χαμένο, ἀμίλητος. Κάτι κρατᾶ σφιγμένο στὴ γροθιά του καὶ μοῦ τὸ δείχνει.
-Τί ’ναι ρὲ Παῦλο; Μίλα! Τί ’ναι αὐτό;
-...
Μὲ παραμερίζει σπρώχνοντάς με καὶ πάει καὶ κάθεται σὲ μιὰ καρέκλα.
-Μίλα ρὲ Παῦλο, τί ἔχεις;
-Νερό... Λίγο νερό...
Τοῦ φέρνω καὶ τὸ ῥίχνει στὸ κεφάλι του.
-Θὰ μοῦ πεῖς ἐπιτέλους;
Ἀνοίγει τὴ γροθιά του καὶ μέσα ἔχει ἕνα τσαλακωμένο χαρτί.
Τὸ παίρνω, τὸ ξετσαλακώνω.
-Τί ’ναι αὐτό;
Πετάγεται πάνω καὶ μὲ πιάνει ἀπ’ τὸ λαιμὸ κοιτάζοντας ψηλὰ σὰν νὰ βλέπῃ θεϊκὸ ὄραμα!
-Τζόκερ, μαλάκα μου! Κέρδισες στὸ τζόκερ τρακόσια ἑκατομμύρια..! φωνάζει.
-Θὰ μὲ πνίξ.., οὔλπ!
Σωριάζεται στὴν καρέκλα· ἡ Ἀγγέλα πετάγεται πάνω. Συνειδητοποιῶ τί μοῦ εἶπε κι ἕνα χαμόγελο ἀρχίζει νὰ σχηματίζεται στὰ χείλη μου. Μέσα μου ἀποκρυσταλλώνεται ἡ ἰδέα νὰ κάνω ἕνα πρωτοχρονιάτικο δῶρο στὸ κορίτσι μου.

Ἡ πινακίδα στὴν πόρτα γράφει: ΑΛΕΞΗΣ ΚΟΥΛΙΑΣ – ΜΕΓΑΣ ΑΛΗΤΗΣ. Μοῦ ἀνοίγει μιὰ γκόμενα.
-Τί θέλετε παρακαλῶ;
-Θέλω νὰ δῶ τὸν ἀλήτη.
Πάει νὰ μοῦ κλείσῃ τὴν πόρτα ἀλλὰ τὴν ἐμποδίζω παρεμβάλλοντας στὸ ἄνοιγμα ἕνα πάκο πεντακοσάρικα.
-Ποιὸν ν’ ἀναγγείλω παρακαλῶ;
-Ἄσε μωρὴ ποὺ θὰ μᾶς ἀναγγείλῃς κιόλας!
Ἀνοίγω τὴν πόρτα τοῦ βρωμιάρη...
-Ποιὸς εἶστε, παρακαλῶ;! λέει θυμωμένα τὸ ὑπανθρωπάριο.
Τοῦ πετάω τὴ δεσμίδα πάνω στὸ γραφεῖο καὶ τινάζεται πίσω σὰν νὰ τοῦ πέταξα μολότωφ. Ἀμέσως τὴ μαζεύει καὶ τὴν ἐξαφανίζει σ’ ἕνα συρτάρι.
-Ὁρῖστε, κύριε, παρακαλῶ καθίστε· σὲ τί μπορῶ νὰ σᾶς φανῶ χρήσιμος;
Δὲν βιάζομαι· τοῦ παίρνω ἕνα ποῦρο, κάθομαι στὴν πολυθρόνα, ἁπλώνω τὰ πόδια πάνω στὸ γραφεῖο του, τὸ ἀνάβω, καὶ ξεφυσῶντας τὸν καπνὸ ἀρχίζω...

Ἡ πινακίδα στὴ μαρμάρινη πρόσοψη γράφει: ΤΑΙΠΕΔ – ΞΕΠΟΥΛΑΜΕ ΛΟΓῼ ΔΙΑΛΥΣΗΣ.
Μᾶς ἀνοίγει ἄλλη κότα.
-Ὤ, καλησπέρα σας κύριε Κούλια.
-Καλησπέρα Εὐδοξία. Εἶναι μέσα ὁ πρόεδρος;
-Φοβᾶμαι ὅτι δὲν μπορεῖτε νὰ τὸν δεῖτε. Αὐτή τὴ στιγμὴ ἀξιολογοῦν τὶς προσφορὲς γιὰ τὴ ΓΑΔΑ.
-Πάνω στὴν ὥρα ἤρθαμε, λέω καὶ τὴν παραμερίζω.
Μπαίνουμε στὴν αἴθουσα συνεδριάσεων. Καμιὰ δεκαριὰ λαμόγια κωλόγεροι κάθονται γύρω ἀπὸ ἕνα μεγάλο, μαῦρο τραπέζι σὰν φέρετρο. Μᾶς κοιτάζουν ἔκπληκτοι!
-Κύριε Κούλια..!
-Κύριοι, ὁ μεγαλοεπενδυτὴς τὸν ὁποῖο ἐκπροσωπῶ προσφέρει τὸ διπλάσιο τοῦ ποσοῦ τῆς ὑψηλότερης μέχρι τώρα προσφορᾶς ποὺ σᾶς ἔχει κατατεθῇ γιὰ τὴν ἀγορὰ τοῦ ἀκινήτου τοῦ ἐπὶ τῆς λεωφόρου Ἀλεξάνδρας στὸ ὁποῖο στεγάζεται ἡ Γενικὴ Ἀστυνομικὴ Διεύθυνση Ἀττικῆς...
Ἐγὼ ἐντωμεταξύ, ἐπειδὴ βαριέμαι αὐτές τὶς μαλακίες, ἔχω ξαπλώσει σ’ ἕναν καναπὲ καὶ καπνίζω ἕνα ποῦρο ἀπ’ αὐτὰ ποὺ πῆρα καβάτζα ἀπὸ τὸ γραφεῖο τοῦ ἀλήτη.
-Κύριε Κούλια, πῶς μπορεῖ νὰ γίνῃ κάτι τέτοιο..; Ἡ ἡμερομηνία κατάθεσης τῶν προσφορῶν ἔχει παρέλθει...
-Κοντέ, χώσ’ τους τα! διατάζω χωρὶς νὰ στραφῶ, κοιτάζοντας τὸ ταβάνι.
Ὁ κοντὸς ἀδειάζει τὴ μεγάλη, γεμάτη τσάντα πάνω στὸ τραπέζι σχηματίζοντας ἕνα λόφο ἀπὸ δεσμίδες τῶν πεντακοσίων. Τὰ λαμόγια ἁπλώνουν τὰ χέρια καὶ τὰ ἐξαφανίζουν ἀστραπηδὸν στὶς τσέπες τους. Λέει τότε ὁ πρόεδρος πρὸς τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς:
-Κύριοι, λόγῳ τοῦ σημαντικοῦ κέρδους ποὺ μπορεῖ νὰ ἀποκομίσῃ τὸ δημόσιο ἀπὸ τὴν τελευταία προσφορά, προτείνω νὰ ἐπανεξετάσουμε τὸ τυπικὸ θέμα τῆς καταληκτικῆς ἡμερομηνίας κατάθεσης τῶν προσφορῶν...

Ἡ ἐπιγραφὴ πάνω ἀπὸ τὴ μνημειακὴ εἴσοδο τοῦ μεγάρου γράφει: ΓΕΝΙΚΗ ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΗ ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ ΑΘΗΝΩΝ.
-Γειὰ σας κύριε Κούλια, χαιρετᾶ ὁ ὑπασπιστὴς τοῦ ἀρχηγοῦ.
-Γειά σου Θωμᾶ.
-Μέσα εἶναι ὁ ἀρχηγός;
Ὁ ὑπασπιστής τὸν ἀναγγέλλει ἀπὸ τὸ ἐσωτερικὸ τηλέφωνο:
-Ἀρχηγέ, ὁ κύριος Κούλιας.
-Νὰ περάσῃ.
Μπαίνουμε σὲ μιὰ γραφειάρα.
-Ἀρχηγέ, ὁ κύριος Λάρρυ –τὸν ὁποῖο ἐκροσωπῶ– εἶναι μεγαλοεπενδυτὴς καὶ εἶναι ὁ νέος ἰδιοκτήτης τοῦ μεγάρου ποὺ στεγάζεστε. Ὁρῖστε τὰ συμβόλαια.
Ὁ ἀρχηγὸς μὲ κοιτάζει μὲ βλέμμα ἔκπληξης ἀνάμικτο μὲ ἀπέχθεια. Φορῶ ἕνα ξηλωμένο πουλόβερ, σκισμένo jean, καὶ πανβρώμικα all star. Κοιτάζει καὶ τὰ συμβόλαια. Ὁ κοντὸς τοῦ χώνει ἕνα ἀκόμα χαρτὶ κάτω ἀπ’ τὴ μύτη λέγοντας:
-Ὁ πελάτης μου σᾶς κάνει ἔξωση. Λυπᾶμαι πολὺ, ἀργηγέ.
Ὁ μπάτσος τὸν κοιτάζει καὶ ξεσπᾶ σὲ γέλια.
-Χα-χα-χά! Τί μᾶς λέτε κύριε Κούλια! Γίνονται αὐτὰ τὰ πράγματα; Χα-χα-χά!
Ὁ κοντὸς σχηματίζει ἕναν ἀριθμὸ στὸ κινητό του:
-Ἀλέξης Κούλιας ἐδῶ. Τὸν κύριο ὑπουργό παρακαλῶ... Ναί, κύριε ὑπουργέ, γιὰ τὴν ὑπόθεση τῆς ΓΑΔΑ γιὰ τήν ὁποία σᾶς ἔχω ἐνημερώσει... Ναί, ναί, σᾶς δίνω τὸν κύριο ἀρχηγό.
Ὁ κοντὸς δίνει τὸ κινητὸ στὸν ἀρχηγό.
-Τὰ σέβη μου κύριε ὑπουργέ.
-Κάνε ὅτι σοῦ λέει ὁ Κούλιας. Τὸ Μαξίμου εἶναι ἐνήμερο. Οἱ ἐντολὲς ὰπὸ τὴν τρόϊκα εἶναι νὰ πουληθοῦν τὰ ἀκίνητα πάσῃ θυσίᾳ. Εἶσαι ὑπεύθυνος ἄν χάσουμε τὸν μεγαλοεπενδυτή... Κλίκ!
Μένει ἄναυδος. Τὸν χτυπῶ συμπονετικὰ στὴν πλάτη λέγοντας:
-Σὲ καταλαβαίνω ἀρχηγέ μου, ἀλλὰ δυστυχῶς πρέπει νὰ διατάξῃς ἄμεση ἐκκένωση τοῦ κτιρίου... Εἶμαι ὁ μεγαλοεπενδυτὴς βλέπεις...

Tηλεφωνῶ στὸν Παῦλο:
-Ἔλα μαλάκα, θέλω νὰ κάνω πρωτοχρονιάτικο πάρτυ-ἔκπληξη στὴν Ἀγγέλα γιὰ νὰ τὴν ἐντυπωσιάσω. Πήγαινε στὴν πλατεία καὶ κάλεσε ὅλους τοὺς φίλους της τοὺς ἀναρχικοὺς στὴ ΓΑΔΑ.
-Στὴ ΓΑΔΑ;
-Θἄχει καλὸ φαΐ καὶ ποτό, δωρεὰν καὶ ὅσο θέλουν· καὶ staf πρώτης ποιότητας.
-Στὴ ΓΑΔΑ;
-Πὲς καὶ στὸν Τάσο τὸν Σαγρῆ νὰ φέρει τὰ συγκροτήματα καὶ τὰ φωτιστικὰ καὶ τὰ ἠχητικά.
-Στὴ ΓΑΔΑ;
-Καὶ μὴ πεῖς τίποτε στὴν Ἀγγέλα Πάρ’τη κι ἐλᾶτε. Εἶναι δῶρο-ἔκπληξη γι’ αὐτήν. Ἐντάξει; Κλίκ!
Παίρνω καὶ μερικὰ ἀκόμη τηλέφωνα σὲ κάβες καὶ catering.

31 Δεκεμβρίου 2013, ὥρα 10:00 μ.μ.
Οἱ περαστικοὶ τῆς λεωφόρου Ἀλεξάνδρας βλέπουν ἕνα παράξενο θέαμα. Μπάτσοι βγαίνουν ἀπ’ τὴ ΓΑΔΑ ταπεινωμένοι, μὲ σκυμμένο κεφάλι καὶ στέκονται στὴ μέση τοῦ δρόμου μὲ τὰ χέρια στὶς τσέπες, ἀμίλητοι, θλιμμένοι, χαμένοι, ἐνῷ ζωηρὰ φρικιὰ καὶ χαρωποὶ ἀναρχικοὶ μπαίνουν γελῶντας. Παρκάρουν καὶ καμιά δεκαριά φορτηγὰ ἀπ’ ἔξω, κι ἀρχίζουν νὰ ξεφορτώνουν κοῦτες μὲ φουά-γκρὰ, χαβιάρια, ἑφτάστερα μπράντυ, σαμπάνιες τῶν 1000 εὐρὼ τὸ μπουκάλι.., τέτοια ποὺ δὲν τὰ ’χουν δεῖ οὔτε στὸν ὕπνο τους οἱ σκαφάτοι στὰ πάρτυ τοῦ Νάμος στὴ Μύκονο. Ἔρχονται καὶ κάτι παλικάρια Κρητικοὶ καὶ Καλαματιανοὶ κουβαλῶντας στὴ πλάτη μυρωδάτα τσουβάλια.
Ὁ Τάσος ὁ μαέστρος δίνει τὸ σύνθημα: «Ὅλες οἱ μουσικὲς στὴ διαπασόν!» Καὶ γίνεται τῆς πουτάνας!
Κάθε ὄροφος καὶ stage. Παίζουν σὰν τρελοί! Σὲ σύγκριση μὲ τὸ πανδαιμόνιο ποὺ γίνεται, ἡ κόλαση θὰ εἶναι ἡσυχαστήριο.
Ἀπ’ ὅλα τὰ παράθυρα τοῦ μεγάρου ἀνωθρώσκει μυρωδάτος καπνός, λὲς καὶ τὸ κτίριο ἔχει πιάσει φωτιά. Τὰ συντρόφια χορεύουν, τρῶνε, πίνουν γίνονται πίτα. Κι ὅταν οἱ ἀναρχικοὶ γίνονται πίτα τοὺς βγαίνει μιὰ συμπόνια, μιὰ καλοσύνη. Λυποῦνται τοὺς καημένους, τοὺς ἄστεγους μπάτσους ποὺ τοὺς ἔχουν πετάξει στὸ δρόμο, καὶ στὸ κρύο, κι ἀπ’ τὰ παράθυρα καὶ φωνάζουν ῥυθμικά:
-Μπάτσοι – γουρούνια - δολοφόνοι, μπεῖτε – κανένας δὲν πληρώνει!
Ὁ ἀρχηγὸς ὠρύεται:
-Μὴν τολμήσῃ νὰ πάει κανένας, θὰ τοῦ κόψω τὰ ποδάρια!
-Γιατί ἀρχηγέ; Αὐτοὶ τρῶνε καὶ πίνουν κι ἐμεῖς στὴν ἀπ’ ἔξω;
Δειλά-δειλά, ἀρχίζουν ν’ ἀνεβαίνουν τὶς σκάλες.
Ἐντωμεταξύ, ἀπὸ τὸ χαμὸ ποὺ γίνεται, ξυπνᾶνε οἱ καρκινοπαθεῖς τοῦ νοσοκομείου “Ἅγιος Σάββας” ποὺ εἶναι δίπλα στὴ ΓΑΔΑ, καὶ ἔρχονται νὰ δοῦνε τί γίνεται, μὲ τὶς πιτζάμες καὶ τοὺς ὀροὺς στὰ χέρια, ὄρθια σκέλεθρα, μακάβρια ὄντα, καὶ τὰ συντρόφια φουλάρουν τοὺς ὀροὺς μὲ vodka καὶ τὸ πάρτυ ἀποκτᾶ μιὰ αὐθεντικὴ gothic χροιά.
Ἡ κατάσταση βγαίνει ἐκτὸς ἐλέγχου ἐντελῶς. Ἀναρχικοί, μπάτσοι κι ἑτοιμοθάνατοι χορεύουν ὅλοι μαζὶ ἀγκαλιασμένοι κι ἀδελφωμένοι, καπνίζοντας τεράστιους μπάφους. Μερικοὶ ἀπὸ τοὺς καρκινοπαθεῖς καταρρέουν ἐπὶ τόπου καὶ τοὺς βάζουν στὴν ἄκρη γιὰ νὰ μὴν τοὺς πατήσουν... Ἀλλά οἱ περισσότεροι ἔχουν θεαματικὰ ἀποτελέσματα· ἀναρρώνουν γρήγορα καὶ τὸ γυρίζουν σὲ τσάμικο καὶ κάνουν φιγοῦρες καὶ τσαλιμάκια καί.., σκέφτομαι μήπως ἡ ἰατρικὴ θὰ ἔπρεπε νὰ στραφῇ πρὸς αὐτὴ τὴν κατεύθυνση γιὰ νὰ βρῇ τὸ φάρμακο τοῦ καρκίνου. Ἀλλὰ πάλι ποιός εἶμ’ ἐγὼ ποὺ θὰ ὑποδείξω στὴν ἐπιστήμη τί πρέπει νὰ κάνῃ...
Τότε ἕνας μπάτσος φωνάζει:
-Συνάδελφοι εἶμαι πούστης! Βαρέθηκα νὰ κρύβομαι μιὰ ζωή! Γουστάρω νὰ μὲ γαμοῦν οἱ ἀναρχικοί!
Τὸ πλῆθος ξεσπᾶ σὲ χειροκροτήματα καὶ οὐρανομήκεις ἰαχές. Παίρνουν θάρρος κι ἄλλοι μπάτσοι καὶ ἐκδηλώνονται ἀνοιχτά. Μένω ἔκπληκτος! Πάνω ἀπὸ 60% τοῦ σώματος εἶναι ὁμοφυλόφιλοι. Δὲν φανταζόμουν ὅτι ἡ ἀστυνομία μας εἶναι τέτοιο κωλομπαριό...
Ἐντωμεταξὺ ἐγὼ ψάχνω τὴν Ἀγγέλα μέσα στὸ πλῆθος. Ἀνεβαίνω τοὺς ὀρόφους, ἀνοίγω τὶς πόρτες τῶν γραφείων, βλέπω κάτι φοβερὲς μπατσίνες μὲ κατεβασμένα τὰ ὑπηρεσιακὰ παντελόνια νὰ τὶς πηδοῦν ἀπὸ πίσω τὰ φρικιά, φθάνω λαχανιασμένος στὸν τελευταῖο ὄροφο κι ἀνοίγω τὴν πόρτα τοὺ γραφείου τοῦ ἀργηγοῦ. Καὶ τί βλέπουν τὰ ματάκια μου, τοῦ δυστυχοῦς;! Τὴν Ἀγγέλα πάνω στὴν γραφειάρα μ’ ἀνοιχτὰ τὰ πόδια, νὰ τὴν πηδάει ὁ Βροῦτος ὁ Παῦλος.
Ὅλος ὁ κόσμος καταρρέει· ἡ ζωὴ δὲν ἔχει πλέον νόημα γιὰ μένα. Πηγαίνω ἀργὰ σὰν ὑπνοβάτης πρὸς τὸ παράθυρο καὶ τὸ ἀνοίγω. Ἡ Ἀγγέλα κι ὁ Παῦλος σταματοῦν καὶ μὲ κοιτάζουν μὲ κομμένη ἀνάσα. Κοιτάζω κάτω, εἶναι πολύ ψηλὰ καί.., κάνω μεταβολὴ κι ἀποχωρῶ· πίσω μου ἀκούω τὸν Βροῦτο νὰ λέει διστακτικά:
-Ἔε.., Λάρρυ, μᾶς κλείνεις τὸ παράθυρο σὲ παρακαλῶ γιατὶ εἴμαστε γυμνοὶ καὶ κάνει ῥεῦμα καὶ θὰ κρυώσουμε;
Καὶ τί κάνω ὁ μαλάκας! Τί κάνω; Σωστὰ μαντέψατε· γυρίζω καὶ κλείνω τὸ παράθυρο νὰ μὴν κρυώσῃ ἡ ἄπιστη...
Κατεβαίνω περίλυπος τὶς σκάλες. Ἕνας μπάτσος ρωτάει ἕνα φρικιό:
-Ρε φιλαράκι, πάντα εἶχα τὴν ἀπορία πῶς φτιάχνετε τὶς μολότωφ, αὐτὲς ποὺ μᾶς καῖτε...
-Εἶναι ἁπλό... ἀπαντᾶ τὸ φρικιὸ καὶ τοῦ δείχνει πρόθυμα.
Κι ἀρχίζουν ὅλοι νὰ φτιάχνουν μολότωφ μὲ σκωτσέζικο οὐΐσκυ εἴκοσι ἐτῶν καὶ νὰ τὶς πετοῦν ὅλοι πρὸς ὅλους, φρικιά, καρκινοπαθεῖς, μπάτσοι, καὶ ἡ κατάσταση παίρνει ἀνεξέλεγκτη καὶ πολύ ἐπικίνδυνη τροπὴ καὶ εἶμαι σίγουρος ὅτι τὸ πρωτοχρονιάτικο πάρτυ θὰ καταλήξῃ σὲ τραγωδία.
Οἱ φόβοι μου ἐπαληθεύονται καὶ τὸ μέγαρο πιάνει φωτιὰ καὶ ὅλοι τρέχουν σὰν ποντίκια καὶ τὸ ἐγκαταλείπουν, καὶ εὐτυχῶς δὲν θρηνοῦμε ἀνθρώπινα θύματα.
Βλέπω τὸν ἀρχηγὸ ποὺ κάθεται στὸ πεζοδρόμιο, ἀπέναντι στὸ ἰατρικὸ κέντρο “Διάγνωση” καὶ πάω καὶ κάθομαι δίπλα του. Κλαίει...
-Ἡ ΓΑΔΑ μου, ἡ ΓΑΔΑ μου.., πάει ἡ ὡραία μου ΓΑΔΑ...
-Μὴν κάνεις ἔτσι ἀρχηγούλη μου· θὰ σοῦ χτίσουν ἄλλη καλύτερη καὶ μεγαλύτερη.
Καὶ τοῦ δίνω ἕνα χαρτομάντηλο νὰ σκουπίσῃ τὰ δάκρυά του. Καὶ τοῦ χαϊδεύω τὴν καράφλα γιὰ νὰ τὸν παρηγηρήσω. Καὶ μὲ πιάνουν καὶ μένα τὰ κλάματα.
-Ἐσὺ γιατί κλαῖς λεβέντη μου;
-Ἄχ, ἀρχηγέ μου! Σπατάλησα 300 ἑκατομμύρια γιὰ μιὰ γυναίκα κι αὐτὴ μὲ πρόδωσε μὲ τὸν καλύτερό μου φίλο.
-Ἔτσι εἶναι παιδί μου, ὅλες πουτάνες εἶναι ἐκτὸς ἀπ’ τὶς μανάδες μας...
Καὶ λέγοντας αὐτὰ τὰ σοφὰ καὶ τιμημένα λόγια, σηκωνόμαστε.
-Καλή χρονιά, ἀρχηγέ!
-Καλή κι εὐτυχισμένη, παιδί μου.
Κι ἀπομακρυνόμαστε -δυὸ μαῦρες σκιὲς στὸ μεγάλο δρόμο- πρὸς τὰ κάτω, πρὸς τὴν ὁδὸ τῶν Πατησίων.

Θέλετε νὰ μάθετε καὶ τὸ τέλος; Ἰδοὺ λοιπόν: Ἐγκαταστάθηκε κι ὁ Παῦλος στὸ σπίτι μου, καὶ κανεὶς ἀπὸ τοὺς δυό τους δὲν πληρώνει νοίκι, καὶ πηδιοῦνται ὅλη τὴν ὥρα πάνω στὴ σιφονιέρα τῆς συχωρεμένης τῆς μάνας μου καὶ θὰ μοῦ τὴ σπάσουν στὸ τέλος...

(κάθε ομοιότητα, συγγένεια ή σχέση με πραγματικά πρόσωπα είναι ακούσια, συμπρωματική και τυχαία)