Σάββατο, 24 Φεβρουαρίου 2018

Τίς Νύχτες τά Σώματά μας Ἀνελκύονται ἀπ’ τ’ Ἄστρα



Φσς.., ἀπὸ τοὺς πόρους τῆς νύχτας διεισδύει,
παράνοια στὴ Μητρόπολη
Σώματα ἐμμανῆ ἀλληλοσφάζονται στοὺς δρόμους
Πηκτὴ βλακεία ῥέει ἀπ’ τὶς πληγές τους
Καρφώνουν τὸν Χριστὸ πρηνῆ στὴν ἄσφαλτο,
κι ὁ clown Trump τὸν σοδομεῖ ἀγρίως.

«Δὲν θέλω νὰ μοῦ γράφῃς ποιήματα,»
φωνάζει θυμωμένο τὸ κορίτσι μου
»τὴν Ποίηση ἀγαπᾶς κι ὄχι ἐμένα!»
Ἀνοίγω τὰ μάτια
Τὰ τρίβω τὰ νίβω τ’ ὄνειρο δὲν σταματᾶ
Βλέπω ὅτι τάχα εἶμ’ ἕνα σῶμα,
ποὺ ὀνομάζεται Larry ποὺ γράφει ποιήματα.

Φτεροῦγες βγάζει τὸ κεφάλι μου καὶ φεύγει
Ἕνα κυπαρίσσι φυτρώνει στὴ θέση του
Μέσ’ τὴ χοντρή μου κοιλιὰ -χό, χό, χοό!
μεταφέρω λαθραῖα τὸν καινούργιο θεό.

Σάββατο, 10 Φεβρουαρίου 2018

Déjà vu

Image may contain: sky, shoes, grass and outdoor
Κωνσταντίνος 'Aρχανιώτης, Reflection

Παραδίδω τὸ ἑπόμενο μάθημα
Ξαφνικὰ κάτι βίαιο καὶ ἀνεξήγητο,
συστρέφει τὸ σῶμα μου,
στρεβλώνει τὸ πρόσωπό μου
Στέκω ἔτσι
Ἄνευ αἰτίας, ἄνευ νοήματος
Σὰν κάτι ξένο ποὺ δὲν θα ’πρεπε να ὑπάρχει στὸν κόσμο.

Φθάνω σπίτι μου παραπατῶντας
Δοκιμάζω τὸ κλειδὶ ἀλλὰ δὲν ταιριάζει
Μοῦ ἀνοίγει μιὰ ἄγνωστη ποὺ κρατᾶ ἕνα βρέφος
Μιλᾶ ταραγμένα, καταλαβαίνω ἐλάχιστα
Ἰσχυρίζεται ὅτι εἴμαστε σύζυγοι
Τραυλίζω ἀκατανόητα
Αὐτὴ τὴν ζωή τὴν ἔχω ζήσει κάποτε.

Σάββατο, 27 Ιανουαρίου 2018

Big Bang – Το Φτάρνισμα τοῦ Θεοῦ

Image may contain: 1 person
Κωνσταντίνος Αρχανιώτης, "Αναγνώστης με τον Απαραίτητο Εξοπλισμό" 

Τὸ σφαχτάρι τοῦ κόσμου,
κρεμασμένο στὸ θόλο τῆς νύχτας,
στραγγίζει ἀπὸ κάθε νόημα.

Ὁ Σάϋλοκ κόβει μιὰ λίβρα σάρκα ἀπ’ τὸ μηρό μου
«Νοστιμώτατον τὸ κρέας σας ἀγαπητὲ»
Ἡ ἐρωμένη του ἐπιδένει τὸ τραῦμα μου
«Πάψτε νὰ σκέπτεσθε τὸ παρελθὸν καὶ τὸ μέλλον,
καὶ γαμῆστε με» ψιθυρίζει
Τὰ χείλη της φτερὰ πεταλούδας τρέμουν πετοῦν
Τὸ πρόσωπό της μένει χωρὶς στόμα.

Ξαφνικὰ ἀκούω τὸ φτάρνισμα τοῦ Θεοῦ –τὸ big bang!
Βρίσκομαι στὸ παρὸν
Ἡ γῆ κάτ’ ἀπ’ τὰ πόδια μου χάνεται
Οἱ ῥίζες τῶν δένδρων στὸν ἀέρα
Τὸ διαυγὲς νερὸ τῆς λίμνης, τὰ ὀστᾶ τῶν νεκρῶν,
μετέωρα στὸ σεληνόφως
Μιὰ μαλακὴ βροχὴ ἀπὸ φλογίτσες πέφτει στὴν ἄβυσσο.

Σάββατο, 13 Ιανουαρίου 2018

Ἡ Σιωπή Εἶν’ Ἀπαρχή Ἑνός Καινούργιου Κόσμου


Χράπ! ἐξαφανίζεται τὸ μισὸ δωμάτιο
Ἀδηφάγο κενὸ καταβροχθίζει τὴν πόλη
Οἱ δρόμοι κόβονται ἀπὸ ἀβυσσαλέους κρημνοὺς
Κολοβωμένα κορμιὰ πασχίζουν νὰ διαφύγουν
Τρώγει ὁ Θεὸς τὸν κόσμο του!

Στὸ Σύνταγμα χιλιάδες σώματα παραληροῦν
Ὅλες οἱ λέξεις ποὺ εἰπώθηκαν ἀπὸ Γενέσεως,
ἐπιστρέφουν στὰ στόματα τώρα
Ἄκρα σιωπή· ποτέ, τίποτε δὲν ἐλέχθη!

Βρίσκομαι στὴ λεηλατημένη Βουλὴ
Μιὰ νεαρὰ μοναχή,
οὐρεῖ ὄρθια παραμερίζοντας τὸ ἐσώρουχο
«Ὦ Κύριε,» προσεύχεται
»γάμησον τὴν δούλην σου, γάμησόν με..,»
Τὴν ἀγκαλιάζω,
καὶ μὲ τὰ στήθη της –δυὸ κεφαλὲς παρδάλεων,
μὲ κατασπαράσσει ἀγρίως.

Σάββατο, 6 Ιανουαρίου 2018

Γυμνός Ἀγγελιαφόρος



Χαϊδεύω τὸ κρανίο μου
Οἱ τρίχες εἶναι γκρίζες, πολὺ σκληρὲς καὶ ὄρθιες
Τὶς ξύρισαν καὶ ’γράψαν στὸ δἐρμα μὲ μελάνι
Ἀγγελιαφόρος εἶμαι, μοιάζω μὲ λύκο.

Διασχίζω τρέχοντας,
χιλιάδες σκοτεινὰ δωμάτια ὅπου σφυρίζουν παγωμένα ρεύματα
Παλιὰ ἦσαν ἀνάκτορα
Ἐδῶ οἱ μέρες πετρώνουν καὶ τὶς σπρώχνω μὲ κόπο
Στὶς ἀχανεῖς αἴθουσες σχημάτισα ψηλοὺς τύμβους
Στοὺς ἀπέραντους διαδρόμους ἀτέλειωτες σειρές.

Δὲν ἐνθυμοῦμαι τὸν ἀποστολέα
Τί μήνυμα μεταφέρω;
Σὲ ποιόν;
Ὁ βασιλιὰς εἶναι νεκρός· κανεὶς δὲν ζεῖ
Παρ’ ὅλα αὐτὰ τρέχω
Ἀγγελιαφόρος γάρ.

Ἔξαφνα ἀκινητοποιοῦμαι στὸν ἀέρα!
Μία γλυκιὰ πνοή,
φέρνει λίγα λευκὰ ἀνθοπέταλα κερασιᾶς.



Δευτέρα, 1 Ιανουαρίου 2018

ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑ 2013




Ἐγὼ βασικὰ τὴν Ἀγγέλα ἤθελα νὰ γαμήσω.
Ἡ Ἀγγέλα εἶναι Κυπραία, φοιτήτρια στο 5ο ἔτος τῆς Ἰατρικῆς, ἀναρχικιά.
Εἶναι συγκατοικός μου.
Ἔχω ἕνα δυάρι τῆς μάνας μου τῆς συχωρεμένης, στὴν Ασκληπιοῦ καὶ τῆς νοικιάζω τὸ δωμάτιο μὲ τὴ σιφονιέρα. Ἀλλὰ δὲν μοῦ πληρώνει τὸ νοίκι.

Παραμονὲς τοῦ 2013.
Μπαίνω στο καθιστικό. Διαβάζει στὸν καναπὲ σταυροπόδι.
-Ἀγγέλα, τῆς λέω, μὲ πονάει τὸ δεξί μου ἀρχίδι· θέλεις νὰ μοῦ τὸ ἐξετάσῃς;
-Εἶναι ἀπ’ τὴν ἀγαμησιά. Τράβα μιὰ μαλακία.
-Ἔχω τραβήξει πάνω ἀπὸ 500 γιὰ πάρτη σου.
-Ὅταν φθάσῃς τὶς 1000 ξαναέλα! Τώρα ἔχω ἐξεταστική.
Οἱ γυναῖκες ὅταν δὲν θέλουν νὰ πηδηχτοῦν σοῦ λένε ὅτι ἔχουν ἐξεταστικὴ περίοδο ἤ τέλος πάντων κάποιου εἴδους περίοδο.
-Γιατί ρὲ Ἀγγέλα νὰ μὴν σὲ πηδήξω κι ἐγώ; Ἀφοῦ σ’ ἔχει πάρει ὅλη ἡ πλατεία Ἐξαρχείων καὶ οἱ πέριξ αὐτῆς δρόμοι!
Ἡ Ἀγγέλα εἶναι πολυγαμική· κάθε βδομάδα φέρνει κι ἄλλο φρικιό στὸ σπίτι καὶ τρελαίνομαι νὰ τοὺς βλέπω νὰ κυκλοφοροῦν γυμνοὶ στὸ διαμέρισμα καὶ νὰ πηδιοῦνται πάνω στη σιφονιέρα τῆς σχωρεμένης τῆς μάνας μου. Γιατὶ λέει ὅτι τὴ “βρίσκει” πάνω στὴ σιφονιέρα...
-Ἀγγέλα μοῦ χρωστᾶς πάνω ἀπὸ ἕνα χρόνο νοίκια.
Χλαάτς! μοῦ ἀστράφτει ἕνα φοῦσκο!
-Ἐννοεῖς νὰ καθήσω νὰ μὲ πηδήξῃς γιὰ νὰ σοῦ ξεπληρώσω τὸ νοίκι;! Γιὰ πουτάνα μὲ πέρασες;! Φεύγω μαλάκα!
Πάει στὸ δωμάτιό της κι ἀρχίζει νὰ μαζεύῃ τὰ πράγματά της.
-Ὄχι ρὲ Ἀγγέλα, δὲν ἐννοοῦσα κάτι τέτοιο. Μεῖνε σὲ παρακαλῶ...
-Θὰ ξαναναφέρῃς τὸ θέμα τῶν ἐνοικίων;
-Ὄχι. Στὰ κάνω Πρωτοχρονιάτικο δῶρο.
-Ἄντε γαμήσου! Κραάπ! μοῦ κλείνει τὴν πόρτα στὰ μοῦτρα.
Νομίζω ὅτι ἐκμεταλλεύεται τὴν ἀδυναμία ποὺ τῆς ἔχω.

Κάθομαι μὲ τὸν Παῦλο στὴ λιακάδα, στὰ τραπεζάκια τοῦ “Φλοράλ”, καὶ πίνουμε φραπεδοῦμπες. Μεγάλη ἱστορία ὁ Παῦλος. Εἴκοσι χρόνια στὴν Ἰνδία καὶ δὲν κατάφερε νὰ “φωτιστῇ” ὁ μαλάκας. Θὰ σᾶς πῶ ἄλλη φορὰ γι’ αὐτόν. Τώρα διαβάζει εφημερίδα κι εγώ χαζεύω.
Ἐκείνη τὴ στιγμὴ φθάνει ἡ Ἀγγέλα μὲ τὴν enduro της. Φορᾶ ἕνα κοντὸ φόρεμα κι ὅπως ξεκαλικεύει τὴν ψηλὴ μηχανὴ φαίνεται γιὰ μιὰ στιγμὴ τὸ ἄσπρο εσώρουχό της ἀπὸ κάτω στὸν καβάλο. Ἀποκάλυψις! Ποιός εἶδε τὸ πρόσωπο τοῦ Θεοῦ καὶ δὲν πέτρωσε! Ἔχουμε μείνει μὲ τὸ στόμα ἀνοιχτὸ μὲ τὸν Παῦλο.
-Γεια σας, κάνει χαρούμενα ἡ Ἀγγέλα.
-Γειά σου κοπελιά. Εἶμαι ὁ Παῦλος, φίλος τοῦ Λάρρυ.
-Κι ἐγὼ ἡ Ἀγγέλα.
Ξέρω καλὰ καὶ τὸν Παῦλο καὶ τὴν Ἀγγέλα. Χαριεντίζονται ἀνενδοίαστα μπροστὰ στὰ μάτια μου. Ὁ κολλητός μου φλερτάρει μὲ τὴν κοπέλα ποὺ τοῦ ’χω πεῖ ὅτι εἶμαι ἐρωτευμένος, κι αὐτὴ ἡ γαϊδούρα, χα-χα-χοὺ καὶ χα-χα-χὰ μὲ τὶς χαζοϊστορίες ποὺ τῆς λέει ἀπὸ τὴν Ἰνδία καὶ ξέρουν κι οἱ δυὸ ὅτι ὑποφέρω.
Γίνομαι κίτρινος ἀπ’τὴ ζήλια. Δὲν ξέρω τί νὰ κάνω. Παίρνω τὴν ἐφημερίδα καὶ κάνω τἄχα ὅτι διαβάζω: «...τὸ ΤΑΙΠΕΔ πουλάει τὴ ΓΑΔΑ..,» -στ’ ἀρχίδια μου, συμπηρώνω ἕνα sudoku, ἕνα σταυρόλεξο, ἕνα τζόκερ, ὁ,τιδήποτε.., σηκώνομαι ἀπότομα καὶ φεύγω.
-Τί ἔπαθε αὐτός; Μύγα σὲ τσίμπησε; γελᾶ πίσω μου ἡ Ἀγγέλα.

Ντριιίν! τὸ κινητό μου χτυπᾶ μέσα στὴν ἄγρια νύχτα.
-Λάρρυ, ἔλα καὶ βγάλε με ἀπὸ ’δῶ σὲ παρακαλῶ.., ἀκούω τὴ φωνὴ τῆς Ἀγγέλας ἀνάμεσα στ’ ἀναφιλητά.
-Τί σοῦ συνέβη Ἀγγέλα μου; Σοῦ ’κανε τίποτε αὐτὸς ὁ μαλάκας ὁ Παῦλος;!
-Ὄχι. ὄχι...
-Τότε;
-Νά, μετὰ ἀπὸ λίγο ποὺ ἔφυγες ἀπ’ τὴν πλατεία, πλακώσανε τὰ ΜΑΤ κι ἄρχισαν νὰ μᾶς χτυπᾶνε. Μπήκαμε στὸ Φλοράλ νὰ γλυτώσουμε, ἀλλὰ μπῆκαν κι αὐτοὶ καὶ μᾶς χτυπούσανε ἀλύπητα. Μᾶς συλλάβανε καὶ μᾶς πήγανε στὴ ΓΑΔΑ, καὶ μᾶς σαπίσανε κι ἐκεῖ. Εὐτυχῶς ἦρθαν κάτι Συριζαῖοι δικηγόροι ἀλλιῶς θὰ μᾶς εἶχαν σκοτώσει. Καὶ τώρα γιὰ νὰ μ’ ἀφήσουν, θέλουν κάποιον νὰ ἐγγυηθῇ γιὰ μένα, καὶ δὲν ἔχω κανέναν γιατὶ οἱ δικοί μου εἶναι στὴν Κύπρο καὶ ὅλοι οἱ φίλοι μου ἔχουν φάκελο...
-Πῶς εἶσαι τώρα κορίτσι μου;
-Πονάω παντοῦ Λάρρυ μου.
-Ἠρέμησε, ἠρέμησε· ἔρχομαι ἀμέσως...
Σ’ ὅλο τὸ δρόμο τρέχοντας, ἐπαναλάμβανα: «Μὲ εἶπε, Λάρρυ μου! Μὲ εἶπε, Λάρρυ μου!»

Μετὰ ἀπὸ τρεῖς ὧρες ταλαιπωρία στὴ ΓΑΔΑ, εἴμαστε ἐπιτέλους σπίτι. Τὴν κάνω μπάνιο -ὅλο της τὸ σῶμα εἶναι μελανιασμένο ἀπὸ τὰ κλόμπς- τῆς καθαρίζω τὸ τραῦμα στὸ φρυδάκι προσεκτικὰ μὲ βαμβάκι καὶ betantin, τὴ βάζω στὸ κρεβάτι, κλαίει, τὴν παρηγορῶ ψιθυριστὰ μέχρι νὰ τὴν πάρει ὁ ὕπνος. Ὅλη τὴ νύχτα κάθομαι δίπλα της κρατῶντας ἁπαλὰ τὸ χεράκι της.
Τὸ ψυχρὸ φῶς τῆς σελήνης μπαίνει ἀπ’ τὸ παράθυρο καὶ ξαφνικὰ νοιώθω νὰ πετρώνῃ στὸ στῆθος μου ἕνα τεράστιο μίσος γιὰ τοὺς μπάτσους. Χτύπησαν τὸ μωρό μου! Θὰ τοὺς ἐκδικηθῶ! Θὰ τοὺς γαμήσω τὸ Χριστὸ καὶ τὴν Παναγία! Θὰ τοὺς πάρει ὁ διάολος τὸν πατέρα καὶ τὸ μουνὶ ποὺ τοὺς ξεπέταγε.

Τὸ ἄλλο πρωῒ εἶναι καλύτερα. Τῆς φέρνω πορτοκαλάδα, καφὲ, κρουασὰν κι ἕνα τριαντάφυλλο στὸ κρεβάτι καὶ τὴν ταΐζω. Χτυπᾶ ἡ πόρτα, εἶναι ὁ Παῦλος. Εἶναι walking dead· μαῦρος ἀπ’τὸ ξύλο μὲ βλέμμα χαμένο, ἀμίλητος. Κάτι κρατᾶ σφιγμένο στὴ γροθιά του καὶ μοῦ τὸ δείχνει.
-Τί ’ναι ρὲ Παῦλο; Μίλα! Τί ’ναι αὐτό;
-...
Μὲ παραμερίζει σπρώχνοντάς με καὶ πάει καὶ κάθεται σὲ μιὰ καρέκλα.
-Μίλα ρὲ Παῦλο, τί ἔχεις;
-Νερό... Λίγο νερό...
Τοῦ φέρνω καὶ τὸ ῥίχνει στὸ κεφάλι του.
-Θὰ μοῦ πεῖς ἐπιτέλους;
Ἀνοίγει τὴ γροθιά του καὶ μέσα ἔχει ἕνα τσαλακωμένο χαρτί.
Τὸ παίρνω, τὸ ξετσαλακώνω.
-Τί ’ναι αὐτό;
Πετάγεται πάνω καὶ μὲ πιάνει ἀπ’ τὸ λαιμὸ κοιτάζοντας ψηλὰ σὰν νὰ βλέπῃ θεϊκὸ ὄραμα!
-Τζόκερ, μαλάκα μου! Κέρδισες στὸ τζόκερ τρακόσια ἑκατομμύρια..! φωνάζει.
-Θὰ μὲ πνίξ.., οὔλπ!
Σωριάζεται στὴν καρέκλα· ἡ Ἀγγέλα πετάγεται πάνω. Συνειδητοποιῶ τί μοῦ εἶπε κι ἕνα χαμόγελο ἀρχίζει νὰ σχηματίζεται στὰ χείλη μου. Μέσα μου ἀποκρυσταλλώνεται ἡ ἰδέα νὰ κάνω ἕνα πρωτοχρονιάτικο δῶρο στὸ κορίτσι μου.

Ἡ πινακίδα στὴν πόρτα γράφει: ΑΛΕΞΗΣ ΚΟΥΛΙΑΣ – ΜΕΓΑΣ ΑΛΗΤΗΣ. Μοῦ ἀνοίγει μιὰ γκόμενα.
-Τί θέλετε παρακαλῶ;
-Θέλω νὰ δῶ τὸν ἀλήτη.
Πάει νὰ μοῦ κλείσῃ τὴν πόρτα ἀλλὰ τὴν ἐμποδίζω παρεμβάλλοντας στὸ ἄνοιγμα ἕνα πάκο πεντακοσάρικα.
-Ποιὸν ν’ ἀναγγείλω παρακαλῶ;
-Ἄσε μωρὴ ποὺ θὰ μᾶς ἀναγγείλῃς κιόλας!
Ἀνοίγω τὴν πόρτα τοῦ βρωμιάρη...
-Ποιὸς εἶστε, παρακαλῶ;! λέει θυμωμένα τὸ ὑπανθρωπάριο.
Τοῦ πετάω τὴ δεσμίδα πάνω στὸ γραφεῖο καὶ τινάζεται πίσω σὰν νὰ τοῦ πέταξα μολότωφ. Ἀμέσως τὴ μαζεύει καὶ τὴν ἐξαφανίζει σ’ ἕνα συρτάρι.
-Ὁρῖστε, κύριε, παρακαλῶ καθίστε· σὲ τί μπορῶ νὰ σᾶς φανῶ χρήσιμος;
Δὲν βιάζομαι· τοῦ παίρνω ἕνα ποῦρο, κάθομαι στὴν πολυθρόνα, ἁπλώνω τὰ πόδια πάνω στὸ γραφεῖο του, τὸ ἀνάβω, καὶ ξεφυσῶντας τὸν καπνὸ ἀρχίζω...

Ἡ πινακίδα στὴ μαρμάρινη πρόσοψη γράφει: ΤΑΙΠΕΔ – ΞΕΠΟΥΛΑΜΕ ΛΟΓῼ ΔΙΑΛΥΣΗΣ.
Μᾶς ἀνοίγει ἄλλη κότα.
-Ὤ, καλησπέρα σας κύριε Κούλια.
-Καλησπέρα Εὐδοξία. Εἶναι μέσα ὁ πρόεδρος;
-Φοβᾶμαι ὅτι δὲν μπορεῖτε νὰ τὸν δεῖτε. Αὐτή τὴ στιγμὴ ἀξιολογοῦν τὶς προσφορὲς γιὰ τὴ ΓΑΔΑ.
-Πάνω στὴν ὥρα ἤρθαμε, λέω καὶ τὴν παραμερίζω.
Μπαίνουμε στὴν αἴθουσα συνεδριάσεων. Καμιὰ δεκαριὰ λαμόγια κωλόγεροι κάθονται γύρω ἀπὸ ἕνα μεγάλο, μαῦρο τραπέζι σὰν φέρετρο. Μᾶς κοιτάζουν ἔκπληκτοι!
-Κύριε Κούλια..!
-Κύριοι, ὁ μεγαλοεπενδυτὴς τὸν ὁποῖο ἐκπροσωπῶ προσφέρει τὸ διπλάσιο τοῦ ποσοῦ τῆς ὑψηλότερης μέχρι τώρα προσφορᾶς ποὺ σᾶς ἔχει κατατεθῇ γιὰ τὴν ἀγορὰ τοῦ ἀκινήτου τοῦ ἐπὶ τῆς λεωφόρου Ἀλεξάνδρας στὸ ὁποῖο στεγάζεται ἡ Γενικὴ Ἀστυνομικὴ Διεύθυνση Ἀττικῆς...
Ἐγὼ ἐντωμεταξύ, ἐπειδὴ βαριέμαι αὐτές τὶς μαλακίες, ἔχω ξαπλώσει σ’ ἕναν καναπὲ καὶ καπνίζω ἕνα ποῦρο ἀπ’ αὐτὰ ποὺ πῆρα καβάτζα ἀπὸ τὸ γραφεῖο τοῦ ἀλήτη.
-Κύριε Κούλια, πῶς μπορεῖ νὰ γίνῃ κάτι τέτοιο..; Ἡ ἡμερομηνία κατάθεσης τῶν προσφορῶν ἔχει παρέλθει...
-Κοντέ, χώσ’ τους τα! διατάζω χωρὶς νὰ στραφῶ, κοιτάζοντας τὸ ταβάνι.
Ὁ κοντὸς ἀδειάζει τὴ μεγάλη, γεμάτη τσάντα πάνω στὸ τραπέζι σχηματίζοντας ἕνα λόφο ἀπὸ δεσμίδες τῶν πεντακοσίων. Τὰ λαμόγια ἁπλώνουν τὰ χέρια καὶ τὰ ἐξαφανίζουν ἀστραπηδὸν στὶς τσέπες τους. Λέει τότε ὁ πρόεδρος πρὸς τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς:
-Κύριοι, λόγῳ τοῦ σημαντικοῦ κέρδους ποὺ μπορεῖ νὰ ἀποκομίσῃ τὸ δημόσιο ἀπὸ τὴν τελευταία προσφορά, προτείνω νὰ ἐπανεξετάσουμε τὸ τυπικὸ θέμα τῆς καταληκτικῆς ἡμερομηνίας κατάθεσης τῶν προσφορῶν...

Ἡ ἐπιγραφὴ πάνω ἀπὸ τὴ μνημειακὴ εἴσοδο τοῦ μεγάρου γράφει: ΓΕΝΙΚΗ ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΗ ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ ΑΘΗΝΩΝ.
-Γειὰ σας κύριε Κούλια, χαιρετᾶ ὁ ὑπασπιστὴς τοῦ ἀρχηγοῦ.
-Γειά σου Θωμᾶ.
-Μέσα εἶναι ὁ ἀρχηγός;
Ὁ ὑπασπιστής τὸν ἀναγγέλλει ἀπὸ τὸ ἐσωτερικὸ τηλέφωνο:
-Ἀρχηγέ, ὁ κύριος Κούλιας.
-Νὰ περάσῃ.
Μπαίνουμε σὲ μιὰ γραφειάρα.
-Ἀρχηγέ, ὁ κύριος Λάρρυ –τὸν ὁποῖο ἐκροσωπῶ– εἶναι μεγαλοεπενδυτὴς καὶ εἶναι ὁ νέος ἰδιοκτήτης τοῦ μεγάρου ποὺ στεγάζεστε. Ὁρῖστε τὰ συμβόλαια.
Ὁ ἀρχηγὸς μὲ κοιτάζει μὲ βλέμμα ἔκπληξης ἀνάμικτο μὲ ἀπέχθεια. Φορῶ ἕνα ξηλωμένο πουλόβερ, σκισμένo jean, καὶ πανβρώμικα all star. Κοιτάζει καὶ τὰ συμβόλαια. Ὁ κοντὸς τοῦ χώνει ἕνα ἀκόμα χαρτὶ κάτω ἀπ’ τὴ μύτη λέγοντας:
-Ὁ πελάτης μου σᾶς κάνει ἔξωση. Λυπᾶμαι πολὺ, ἀργηγέ.
Ὁ μπάτσος τὸν κοιτάζει καὶ ξεσπᾶ σὲ γέλια.
-Χα-χα-χά! Τί μᾶς λέτε κύριε Κούλια! Γίνονται αὐτὰ τὰ πράγματα; Χα-χα-χά!
Ὁ κοντὸς σχηματίζει ἕναν ἀριθμὸ στὸ κινητό του:
-Ἀλέξης Κούλιας ἐδῶ. Τὸν κύριο ὑπουργό παρακαλῶ... Ναί, κύριε ὑπουργέ, γιὰ τὴν ὑπόθεση τῆς ΓΑΔΑ γιὰ τήν ὁποία σᾶς ἔχω ἐνημερώσει... Ναί, ναί, σᾶς δίνω τὸν κύριο ἀρχηγό.
Ὁ κοντὸς δίνει τὸ κινητὸ στὸν ἀρχηγό.
-Τὰ σέβη μου κύριε ὑπουργέ.
-Κάνε ὅτι σοῦ λέει ὁ Κούλιας. Τὸ Μαξίμου εἶναι ἐνήμερο. Οἱ ἐντολὲς ὰπὸ τὴν τρόϊκα εἶναι νὰ πουληθοῦν τὰ ἀκίνητα πάσῃ θυσίᾳ. Εἶσαι ὑπεύθυνος ἄν χάσουμε τὸν μεγαλοεπενδυτή... Κλίκ!
Μένει ἄναυδος. Τὸν χτυπῶ συμπονετικὰ στὴν πλάτη λέγοντας:
-Σὲ καταλαβαίνω ἀρχηγέ μου, ἀλλὰ δυστυχῶς πρέπει νὰ διατάξῃς ἄμεση ἐκκένωση τοῦ κτιρίου... Εἶμαι ὁ μεγαλοεπενδυτὴς βλέπεις...

Tηλεφωνῶ στὸν Παῦλο:
-Ἔλα μαλάκα, θέλω νὰ κάνω πρωτοχρονιάτικο πάρτυ-ἔκπληξη στὴν Ἀγγέλα γιὰ νὰ τὴν ἐντυπωσιάσω. Πήγαινε στὴν πλατεία καὶ κάλεσε ὅλους τοὺς φίλους της τοὺς ἀναρχικοὺς στὴ ΓΑΔΑ.
-Στὴ ΓΑΔΑ;
-Θἄχει καλὸ φαΐ καὶ ποτό, δωρεὰν καὶ ὅσο θέλουν· καὶ staf πρώτης ποιότητας.
-Στὴ ΓΑΔΑ;
-Πὲς καὶ στὸν Τάσο τὸν Σαγρῆ νὰ φέρει τὰ συγκροτήματα καὶ τὰ φωτιστικὰ καὶ τὰ ἠχητικά.
-Στὴ ΓΑΔΑ;
-Καὶ μὴ πεῖς τίποτε στὴν Ἀγγέλα Πάρ’τη κι ἐλᾶτε. Εἶναι δῶρο-ἔκπληξη γι’ αὐτήν. Ἐντάξει; Κλίκ!
Παίρνω καὶ μερικὰ ἀκόμη τηλέφωνα σὲ κάβες καὶ catering.

31 Δεκεμβρίου 2013, ὥρα 10:00 μ.μ.
Οἱ περαστικοὶ τῆς λεωφόρου Ἀλεξάνδρας βλέπουν ἕνα παράξενο θέαμα. Μπάτσοι βγαίνουν ἀπ’ τὴ ΓΑΔΑ ταπεινωμένοι, μὲ σκυμμένο κεφάλι καὶ στέκονται στὴ μέση τοῦ δρόμου μὲ τὰ χέρια στὶς τσέπες, ἀμίλητοι, θλιμμένοι, χαμένοι, ἐνῷ ζωηρὰ φρικιὰ καὶ χαρωποὶ ἀναρχικοὶ μπαίνουν γελῶντας. Παρκάρουν καὶ καμιά δεκαριά φορτηγὰ ἀπ’ ἔξω, κι ἀρχίζουν νὰ ξεφορτώνουν κοῦτες μὲ φουά-γκρὰ, χαβιάρια, ἑφτάστερα μπράντυ, σαμπάνιες τῶν 1000 εὐρὼ τὸ μπουκάλι.., τέτοια ποὺ δὲν τὰ ’χουν δεῖ οὔτε στὸν ὕπνο τους οἱ σκαφάτοι στὰ πάρτυ τοῦ Νάμος στὴ Μύκονο. Ἔρχονται καὶ κάτι παλικάρια Κρητικοὶ καὶ Καλαματιανοὶ κουβαλῶντας στὴ πλάτη μυρωδάτα τσουβάλια.
Ὁ Τάσος ὁ μαέστρος δίνει τὸ σύνθημα: «Ὅλες οἱ μουσικὲς στὴ διαπασόν!» Καὶ γίνεται τῆς πουτάνας!
Κάθε ὄροφος καὶ stage. Παίζουν σὰν τρελοί! Σὲ σύγκριση μὲ τὸ πανδαιμόνιο ποὺ γίνεται, ἡ κόλαση θὰ εἶναι ἡσυχαστήριο.
Ἀπ’ ὅλα τὰ παράθυρα τοῦ μεγάρου ἀνωθρώσκει μυρωδάτος καπνός, λὲς καὶ τὸ κτίριο ἔχει πιάσει φωτιά. Τὰ συντρόφια χορεύουν, τρῶνε, πίνουν γίνονται πίτα. Κι ὅταν οἱ ἀναρχικοὶ γίνονται πίτα τοὺς βγαίνει μιὰ συμπόνια, μιὰ καλοσύνη. Λυποῦνται τοὺς καημένους, τοὺς ἄστεγους μπάτσους ποὺ τοὺς ἔχουν πετάξει στὸ δρόμο, καὶ στὸ κρύο, κι ἀπ’ τὰ παράθυρα καὶ φωνάζουν ῥυθμικά:
-Μπάτσοι – γουρούνια - δολοφόνοι, μπεῖτε – κανένας δὲν πληρώνει!
Ὁ ἀρχηγὸς ὠρύεται:
-Μὴν τολμήσῃ νὰ πάει κανένας, θὰ τοῦ κόψω τὰ ποδάρια!
-Γιατί ἀρχηγέ; Αὐτοὶ τρῶνε καὶ πίνουν κι ἐμεῖς στὴν ἀπ’ ἔξω;
Δειλά-δειλά, ἀρχίζουν ν’ ἀνεβαίνουν τὶς σκάλες.
Ἐντωμεταξύ, ἀπὸ τὸ χαμὸ ποὺ γίνεται, ξυπνᾶνε οἱ καρκινοπαθεῖς τοῦ νοσοκομείου “Ἅγιος Σάββας” ποὺ εἶναι δίπλα στὴ ΓΑΔΑ, καὶ ἔρχονται νὰ δοῦνε τί γίνεται, μὲ τὶς πιτζάμες καὶ τοὺς ὀροὺς στὰ χέρια, ὄρθια σκέλεθρα, μακάβρια ὄντα, καὶ τὰ συντρόφια φουλάρουν τοὺς ὀροὺς μὲ vodka καὶ τὸ πάρτυ ἀποκτᾶ μιὰ αὐθεντικὴ gothic χροιά.
Ἡ κατάσταση βγαίνει ἐκτὸς ἐλέγχου ἐντελῶς. Ἀναρχικοί, μπάτσοι κι ἑτοιμοθάνατοι χορεύουν ὅλοι μαζὶ ἀγκαλιασμένοι κι ἀδελφωμένοι, καπνίζοντας τεράστιους μπάφους. Μερικοὶ ἀπὸ τοὺς καρκινοπαθεῖς καταρρέουν ἐπὶ τόπου καὶ τοὺς βάζουν στὴν ἄκρη γιὰ νὰ μὴν τοὺς πατήσουν... Ἀλλά οἱ περισσότεροι ἔχουν θεαματικὰ ἀποτελέσματα· ἀναρρώνουν γρήγορα καὶ τὸ γυρίζουν σὲ τσάμικο καὶ κάνουν φιγοῦρες καὶ τσαλιμάκια καί.., σκέφτομαι μήπως ἡ ἰατρικὴ θὰ ἔπρεπε νὰ στραφῇ πρὸς αὐτὴ τὴν κατεύθυνση γιὰ νὰ βρῇ τὸ φάρμακο τοῦ καρκίνου. Ἀλλὰ πάλι ποιός εἶμ’ ἐγὼ ποὺ θὰ ὑποδείξω στὴν ἐπιστήμη τί πρέπει νὰ κάνῃ...
Τότε ἕνας μπάτσος φωνάζει:
-Συνάδελφοι εἶμαι πούστης! Βαρέθηκα νὰ κρύβομαι μιὰ ζωή! Γουστάρω νὰ μὲ γαμοῦν οἱ ἀναρχικοί!
Τὸ πλῆθος ξεσπᾶ σὲ χειροκροτήματα καὶ οὐρανομήκεις ἰαχές. Παίρνουν θάρρος κι ἄλλοι μπάτσοι καὶ ἐκδηλώνονται ἀνοιχτά. Μένω ἔκπληκτος! Πάνω ἀπὸ 60% τοῦ σώματος εἶναι ὁμοφυλόφιλοι. Δὲν φανταζόμουν ὅτι ἡ ἀστυνομία μας εἶναι τέτοιο κωλομπαριό...
Ἐντωμεταξὺ ἐγὼ ψάχνω τὴν Ἀγγέλα μέσα στὸ πλῆθος. Ἀνεβαίνω τοὺς ὀρόφους, ἀνοίγω τὶς πόρτες τῶν γραφείων, βλέπω κάτι φοβερὲς μπατσίνες μὲ κατεβασμένα τὰ ὑπηρεσιακὰ παντελόνια νὰ τὶς πηδοῦν ἀπὸ πίσω τὰ φρικιά, φθάνω λαχανιασμένος στὸν τελευταῖο ὄροφο κι ἀνοίγω τὴν πόρτα τοὺ γραφείου τοῦ ἀργηγοῦ. Καὶ τί βλέπουν τὰ ματάκια μου, τοῦ δυστυχοῦς;! Τὴν Ἀγγέλα πάνω στὴν γραφειάρα μ’ ἀνοιχτὰ τὰ πόδια, νὰ τὴν πηδάει ὁ Βροῦτος ὁ Παῦλος.
Ὅλος ὁ κόσμος καταρρέει· ἡ ζωὴ δὲν ἔχει πλέον νόημα γιὰ μένα. Πηγαίνω ἀργὰ σὰν ὑπνοβάτης πρὸς τὸ παράθυρο καὶ τὸ ἀνοίγω. Ἡ Ἀγγέλα κι ὁ Παῦλος σταματοῦν καὶ μὲ κοιτάζουν μὲ κομμένη ἀνάσα. Κοιτάζω κάτω, εἶναι πολύ ψηλὰ καί.., κάνω μεταβολὴ κι ἀποχωρῶ· πίσω μου ἀκούω τὸν Βροῦτο νὰ λέει διστακτικά:
-Ἔε.., Λάρρυ, μᾶς κλείνεις τὸ παράθυρο σὲ παρακαλῶ γιατὶ εἴμαστε γυμνοὶ καὶ κάνει ῥεῦμα καὶ θὰ κρυώσουμε;
Καὶ τί κάνω ὁ μαλάκας! Τί κάνω; Σωστὰ μαντέψατε· γυρίζω καὶ κλείνω τὸ παράθυρο νὰ μὴν κρυώσῃ ἡ ἄπιστη...
Κατεβαίνω περίλυπος τὶς σκάλες. Ἕνας μπάτσος ρωτάει ἕνα φρικιό:
-Ρε φιλαράκι, πάντα εἶχα τὴν ἀπορία πῶς φτιάχνετε τὶς μολότωφ, αὐτὲς ποὺ μᾶς καῖτε...
-Εἶναι ἁπλό... ἀπαντᾶ τὸ φρικιὸ καὶ τοῦ δείχνει πρόθυμα.
Κι ἀρχίζουν ὅλοι νὰ φτιάχνουν μολότωφ μὲ σκωτσέζικο οὐΐσκυ εἴκοσι ἐτῶν καὶ νὰ τὶς πετοῦν ὅλοι πρὸς ὅλους, φρικιά, καρκινοπαθεῖς, μπάτσοι, καὶ ἡ κατάσταση παίρνει ἀνεξέλεγκτη καὶ πολύ ἐπικίνδυνη τροπὴ καὶ εἶμαι σίγουρος ὅτι τὸ πρωτοχρονιάτικο πάρτυ θὰ καταλήξῃ σὲ τραγωδία.
Οἱ φόβοι μου ἐπαληθεύονται καὶ τὸ μέγαρο πιάνει φωτιὰ καὶ ὅλοι τρέχουν σὰν ποντίκια καὶ τὸ ἐγκαταλείπουν, καὶ εὐτυχῶς δὲν θρηνοῦμε ἀνθρώπινα θύματα.
Βλέπω τὸν ἀρχηγὸ ποὺ κάθεται στὸ πεζοδρόμιο, ἀπέναντι στὸ ἰατρικὸ κέντρο “Διάγνωση” καὶ πάω καὶ κάθομαι δίπλα του. Κλαίει...
-Ἡ ΓΑΔΑ μου, ἡ ΓΑΔΑ μου.., πάει ἡ ὡραία μου ΓΑΔΑ...
-Μὴν κάνεις ἔτσι ἀρχηγούλη μου· θὰ σοῦ χτίσουν ἄλλη καλύτερη καὶ μεγαλύτερη.
Καὶ τοῦ δίνω ἕνα χαρτομάντηλο νὰ σκουπίσῃ τὰ δάκρυά του. Καὶ τοῦ χαϊδεύω τὴν καράφλα γιὰ νὰ τὸν παρηγηρήσω. Καὶ μὲ πιάνουν καὶ μένα τὰ κλάματα.
-Ἐσὺ γιατί κλαῖς λεβέντη μου;
-Ἄχ, ἀρχηγέ μου! Σπατάλησα 300 ἑκατομμύρια γιὰ μιὰ γυναίκα κι αὐτὴ μὲ πρόδωσε μὲ τὸν καλύτερό μου φίλο.
-Ἔτσι εἶναι παιδί μου, ὅλες πουτάνες εἶναι ἐκτὸς ἀπ’ τὶς μανάδες μας...
Καὶ λέγοντας αὐτὰ τὰ σοφὰ καὶ τιμημένα λόγια, σηκωνόμαστε.
-Καλή χρονιά, ἀρχηγέ!
-Καλή κι εὐτυχισμένη, παιδί μου.
Κι ἀπομακρυνόμαστε -δυὸ μαῦρες σκιὲς στὸ μεγάλο δρόμο- πρὸς τὰ κάτω, πρὸς τὴν ὁδὸ τῶν Πατησίων.

Θέλετε νὰ μάθετε καὶ τὸ τέλος; Ἰδοὺ λοιπόν: Ἐγκαταστάθηκε κι ὁ Παῦλος στὸ σπίτι μου, καὶ κανεὶς ἀπὸ τοὺς δυό τους δὲν πληρώνει νοίκι, καὶ πηδιοῦνται ὅλη τὴν ὥρα πάνω στὴ σιφονιέρα τῆς συχωρεμένης τῆς μάνας μου καὶ θὰ μοῦ τὴ σπάσουν στὸ τέλος...

(κάθε ομοιότητα, συγγένεια ή σχέση με πραγματικά πρόσωπα είναι ακούσια, συμπτωματική και τυχαία)




Σάββατο, 30 Δεκεμβρίου 2017

Laila


...πλησιάζοντας στο εστιατόριο βλέπω πλήθος συγκεντρωμένο απ’ έξω, με τις παλάμες σαν παρωπίδες κολλημένες στην τζαμαρία να κοιτάζουν στο εσωτερικό· «τί συμβαίνει;» κατεβαίνω απ’ τη μοτοσυκλέτα ανήσυχος, τους παραμερίζω, μπαίνω στο μαγαζί και βλέπω δυο άραβες με καλάσνικωφ να απειλούν καμιά δεκαριά πελάτες και την Polly που τους έχουν συγκεντρώσει στη γωνία με τα χέρια ψηλά· ο νεώτερος από τους δύο τρομοκράτες μ’ αρπάζει και με σπρώχνει βίαια μαζί με τους υπόλοιπους ομήρους· «τί συμβαίνει;» ρωτώ ψιθυριστά την Polly· «ο θεός είναι μεγάλοος..!» ουρλιάζει στο πρόσωπό μου ο άραβας· «καμιά αντίρρηση,» λέω· βρίζοντας και χτυπώντας μας με τους υποκόπανους τών όπλων τους, μας υποχρεώνουν να ξαπλώσουμε πρηνηδόν στο πάτωμα με τα χέρια στο κεφάλι· ο ένας από τους άραβες είναι ηλικιωμένος, 60 περίπου χρονών με αραιά, λευκά γένια· ο δεύτερος, είναι νεαρός 20-25 περίπου χρονών· μαζί τους είναι και μια κοντή γυναίκα με μπούργκα η οποία έρχεται και κάθεται οκλαδόν ανάμεσά μας· ένα κινητό χτυπά· ο ηλικιωμένος άραβας βγάζει τη συσκευή από την τσέπη του· κοιτάζει ποιός τηλεφωνεί και τη φέρνει στ’ αυτί του· μια διαπεραστική φωνή εξέρχεται απ’ τη συσκευή: «τα παιδιά μου κακούργεε..! θα μου σκοτώσεις τα παιδιαά..!» ο ηλικιωμένος: «τα παιδιά είναι ευλογημένα, γυναίκα· θα σωθούν· θα πάνε κοντά στο θεό·» «είσαι τρελός, άντρα! μου πήρες τα παιδιά μου και τα ξεμυάλισες!» «γυναίκα, το τέλος τού κόσμου έφθασε· είναι μπροστά στα μάτια σου και δεν το βλέπεις· ο θεός μού είπε: ‘Abasi, θύμωσα με τους ανθρώπους γιατί λησμόνησαν τον αληθινό θεό και ζουν μέσα στην ακολασία· γι’ αυτό αποφάσισα να καταστρέψω τον κόσμο· εσύ όμως Abasi, είσαι ευσεβής άνθρωπος κι ακολουθείς τις εντολές μου γι’ αυτό θα σε σώσω· ελάτε να μείνετε κοντά μου εδώ, στον οίκο τού θεού·’ ας γίνει το θέλημα του θεού, γυναίκα·» «εσύ πήγαινε όπου θες! τα παιδιά μου όμως άφησέ τα μου εδώ· είναι δικά μου·» «γυναίκα, βλασφημείς κι ο θεός σ’ ακούει και θυμώνει·» ο νεαρός αρπάζει απότομα τη συσκευή απ’ το χέρι τού πατέρα του και φωνάζει: «άπιστη μάνα! ο σατανάς μιλά απ’ το στόμα σου·» «μην ακούς τον πατέρα σου παιδάκι μου· ο θεός είναι καλός. δεν θέλει να πεθάνετε·» «είμαστε μάρτυρες εμείς, μάνα· εμείς θα πάμε στον παράδεισο κι εσύ στις αιώνιες φλόγες τής κόλασης·» «αχ παιδάκι μου, τρελάθηκες, τρελάθηκες.., σου πήρε τα μυαλά αυτός· δώσε μου τη Laila·» η απελπισμένη γυναίκα κλαίγοντας γοερά τον εκλιπαρεί: «...αφήστε μου τη Laila· αφήστε μου τουλάχιστον τη Laila μου!» έξω φρενών ο νεαρός πετά μ’ όλη του τη δύναμη το κινητό στον τοίχο και το διαλύει· ρίχνω ένα φοβισμένο βλέμμα στη γυναίκα με τη μπούργκα· «είναι βομβιστής αυτοκτονίας,» ψιθυρίζω με τρόμο στην Polly που είναι ξαπλωμένη δίπλα μου· «τί μαλάκες!» λέει και κάνει να σηκωθεί· «κάτσε κάτω,» την συγκρατώ απ’ το χέρι· «δεν αντέχω τόση μαλακία, Soma· δεν την αντέχω·» «είναι φανατισμένοι· θα σε σκοτώσουν·» «άσε με,» λέει και σηκώνεται αποφασισμένη: «άκου φίλε,» λέει στον νεαρό άραβα: «δεν με νοιάζει να πας στον παράδεισό σου· πήγαινε όπου θες· κανείς δεν σ’ εμποδίζει· αλλά γιατί δεν παίρνεις την αδερφή σου και τον πατέρα σου να πάτε απέναντι στο πάρκο κι εκεί ν’ ανατιναχτείτε, να σκοτωθείτε, να πα’ να γαμηθείτε να κάνετε ό,τι θέλετε και να μας αφήσετε εμάς στην ησυχία μας; εμείς δεν θέλουμε να πάμε στον παράδεισό σας· θέλουμε να μείνουμε εδώ, στη γη·» τα λόγια της την ερεθίζουν κι άλλο· η οργή της την εξοργίζει περισσότερο· την τραβώ απ’ το χέρι, «παράτα με κι εσύ!» χτυπώντας με τον δείκτη της το στήθος τού νεαρού: «δεν γουστάρω τον σκατοπαράδεισό σου, ρε μαλακισμένο· το καταλαβαίνεις; δεν γουστάρω να έρθω· δεν αντέχω τους φανατικούς, τους ηλίθιους σαν και σένα που αντί να πάτε να σκοτώσετε τους πλούσιους και τους τραπεζίτες που δημιούργησαν αυτή την κόλαση, σκοτώνετε αθώο κόσμο που υποφέρει όπως κι εσείς·» ο άραβας την σημαδεύει και πιέζει τη σκανδάλη· «Pollyy..!» το όπλο παθαίνει εμπλοκή· ο τρομοκράτης πασχίζει να επιδιορθώσει το καλάσνικωφ· η Polly είναι σε τέτοια κατάσταση που δεν λογαριάζει τίποτε· «άντε γαμήσου κωλόπαιδο κι εσύ κι η θρησκεία σου κι όλες οι θρησκείες τού κόσμου· χιλιάδες χρόνια τώρα μας πρήζετε τ’ αρχίδια με τους θεούς σας! αρκετά πια! χώστε τους στον κώλο σας κι αφήστε μας να ζήσουμε ελεύθερα όπως μας αρέσει! σκατά στα μούτρα σας, τσογλάνια!» μια ριπή διακόπτει τα λόγια της· το σώμα της σφαδάζει στον αέρα –το ίδιο αυτό το σώμα που χθες στον ίδιο αυτό χώρο σπαρταρούσε από έρωτα τώρα σπαρταρά από θάνατο– βλέπω τις σφαίρες που το διαπερνούν να καρφώνονται στον τοίχο πίσω της κι έπειτα πέφτει πάνω μου σαν σακί· «άπιστη..,» μουρμουρίζει με μίσος μεσ’ απ’ τα δόντια ο νεαρός άραβας· νιώθω το ζεστό της αίμα να μουσκεύει τα ρούχα μου και να κολλά στο δέρμα μου· την σφίγγω στην αγκαλιά μου, ξεσπώ σε κλάματα: «Polly, Polly..,» βήχει αίμα· τί κάνει; χαμογελά; «του τα ’πα και ξεθύμανα, Soma·» «σστ, μη μιλάς·» «αγανάχτησα· ήταν ανυπόφορος·» «είσαι γενναίο κορίτσι, Polly· γενναίο κι ανόητο·» «με συγχωρείς που σου φέρθηκα έτσι χθες..,» «ω, Polly, ξέχνα το· δεν σου κρατώ κακία·» «είσαι καλός άνθρωπος, Soma, έχεις αγάπη μέσα σου και σύντομα θα σου βγει· θ’ αγαπήσεις· και θα ’ναι πολύ τυχερή αυτή που θ’ αγαπήσεις...» «μη μιλάς, μη μιλάς, Polly·» «γκουχ-γκουχ..,» και ξαφνικά τα ορθάνοιχτα μάτια της πετρώνουν κι όλα χάνουν απότομα το νόημα του· «Polly!» έπεσαν οι μορφές και ν’ αποκαλύφθηκε η ανυπαρξία τού κόσμου· σηκώνω μια καρέκλα και κάθομαι· τίποτε πια δεν έχει σημασία, τίποτε δεν με νοιάζει· κουράστηκα απ’ τον κόσμο· παραιτούμαι· κάθε προσπάθεια να κατανοήσω τί συμβαίνει και γιατί συμβαίνει, είναι μάταιη· δεν υπάρχει τίποτε να καταλάβω· έτσι είναι η ζωή· τελεία και παύλα· κι αυτό είναι το τέλος τού κόσμου· ένα εξαιρετικά γελοίο τέλος· μια τραγικά ανόητη κατάληξη· ο εκτροχιασμένος πλανήτης τραντάζεται απ’ τα γέλια με το καταγέλαστο κατάντημα τού ανθρώπινου είδους που κουβαλά πάνω του· ο καγχασμός του αντηχεί στο σκοτεινό, απέραντο διάστημα και το στοιχειώνει... και ξαφνικά περνά απ’ το νου μου η εξωφρενική ιδέα ότι κάποιος μπορεί ν’ αλλάξει τον εαυτό του και τον κόσμο, και να ζήσει μια καινούργια ζωή αν.., αν αλλάξει τον γραφικό του χαρακτήρα· έχω την απολύτως παράλογη πεποίθηση ότι αλλάζοντας γραφικό χαρακτήρα θα προκαλέσω μια σημειακή διαταραχή στο σύμπαν, μια απειροελάχιστη αταξία στους φυσικούς νόμους, η οποία θα εξαπλωθεί και θα οδηγήσει σε γενικότερη ανακατάταξη των πραγμάτων· έχω την αρχέγονη, απονενοημένη πίστη ότι η γλώσσα είναι πανίσχυρο, μαγικό ξόρκι το οποίο δημιουργεί τους κόσμους όπου ζούμε· ότι η επίκληση και μόνο του ονόματός του μπορεί να αναστήσει τον νεκρό· βγάζω λοιπόν το μολύβι απ’ την τσέπη μου κι αρχίζω να χαράσσω με δύναμη πάνω στο μαλακό ξύλο τού τραπεζιού αργά, ένα-ένα τα γράμματα του ονόματός της· όχι όπως συνήθως γράφω, αλλά σαν να είμαι ο πρώτος άνθρωπος που ανακαλύπτει τη γραφή· ‘P-o-l-l-y·’ γκαπ! με τον υποκόπανο ο νεαρός άραβας, αισθάνομαι έναν οξύτατο πόνο στο κεφάλι μου και πέφτω ζαλισμένος στο πάτωμα· μέσα από μια βαθυκόκκινη κουρτίνα –είναι το αίμα που κυλά απ’ το τραύμα στο κεφάλι μου καλύπτοντας το μάτια μου– βλέπω θολά τον τρομοκράτη να σκύβει, να διαβάζει αυτό που έγραψα, να υψώνει το καλάσνικωφ και σημαδεύοντάς με σφίγγει το δάχτυλο στη σκανδάλη· χα! δεν φοβάμαι· σε λίγο θα ’μαι με την Polly μακριά απ’ αυτόν τον σκατόκοσμο· τότε ανοίγει η πόρτα τού καταστήματος, «κακούργεε..!» και εισβάλλει μια έξαλλη γυναίκα με μπούργκα που ανεμίζει σαν μαύρη κατάρα κραδαίνοντας ένα μαχαίρι· «ήρθα να πάρω τα παιδιά μου! Laila! Farouq, πού είστε;» ο ηλικιωμένος άραβας σε εκστατική κατάσταση με υψωμένα χέρια βοά: «αίμαα..! βλέπω αίμα, γυναίκαα· πολύ αίμα, παντού αίμαα..!» στο τεντωμένο, τρεμάμενο χέρι του κρατά μια μικρή ηλεκτρονική συσκευή –ένα τηλεχειριστήριο, κι ετοιμάζεται να πυροδοτήσει την βόμβα-κόρη του· «το δικό σου αίμα βλέπεις, βλάκα!» απαντά η γυναίκα και, ντουπ-ντουπ-ντουπ! του καταφέρει τρεις αλλεπάλληλες μαχαιριές στο στήθος· ο άντρας κλονίζεται· «πατέραα..!» κραυγάζει δραματικά η κόρη· ο ηλικιωμένος άραβας προσπαθεί να φωνάξει αλλά η πίεση του αέρα στα πνευμόνια του βρίσκει διέξοδο από τις τρύπες στο στήθος κάνοντας ν’ αναβλύσουν τρεις ορμητικοί πίδακες αίματος σε απόσταση τεσσάρων-πέντε μέτρων· εμβρόντητο το θύμα κοιτάζει τους πίδακες που εκπηδούν από μέσα του σαν να μη πιστεύει στα μάτια του· κάνει ένα ασταθές βήμα, γλιστρά πάνω στο πηχτό του αίμα και καθώς πέφτει, το τηλεχειριστήριο ξεφεύγει από το χέρι του, διαγράφει μια μεγάλη παραβολική τροχιά στο αέρα και ωωπ! έρχεται και πέφτει στην παλάμη μου· μέσα στη σκοτοδίνη μου προσπαθώ να διακρίνω τί είναι αυτό το ουρανοκατέβατο πράγμα που ήρθε κι έπεσε στο χέρι μου· ακούγεται μια ριπή, η μάνα με τη μπούργκα σωριάζεται, το καλάσνικωφ του γιού της που τρέμει σύγκορμος καπνίζει· «μάναα..!» κραυγάζει δραματικά η κόρη· «μεγαάλη η χάρη τού θεού!» ουρλιάζει σε παροξυσμική κατάσταση ο γιος· «μεγαάλη η χάρη του!» στριγγλίζει υστερικά κι η βόμβα-αδελφή του· η βλακεία είναι η πιο μεταδοτική, η πιο επικίνδυνη απ’ όλες τις ασθένειες, το πιο θανάσιμο απ’ τα επτά θανάσιμα αμαρτήματα· σε κατάσταση ομαδικού παραληρήματος, «είναι μεγάλη σαν μαγκάλιι..!» ανταποκρίνεται ο θρησκόληπτος όχλος απ’ έξω σπάζοντας τις τζαμαρίες με γροθιές και κλωτσιές και εισβάλλοντας στο μαγαζί· «μεγάλη σαν την Βαϊκάλη και σαν την Αγχιάλη!» ντελίριο μανιώδους παράνοιας, «μεγάλη-μεγάλη, σαν βου-βάλι!» φρενίτιδα μνημειώδους βλακείας και άγριας θεομανίας που καταλήγει σε ανεξέλεγκτο καταιγισμό πυρών από και προς πάσα κατεύθυνση· τραπέζια, καρέκλες τινάζονται και διαλύονται στον αέρα· «θεέ-θεέ, αλη-θι-νέ!» ποτήρια, μπουκάλια, καθρέφτες σπάνε, «θεέ-θεέ, ιδα-νι-κέ!» ορυμαγδός, πανδαιμόνιο, ομαδική παράκρουση· «ανατινάξου!» φωνάζει ο Farouq στην αδερφή του· σηκώνομαι με κόπο και μέσα στην παραζάλη μου κατευθύνομαι παραπαίοντας προς την έξοδο υπηρεσίας· ένας άσχετος με τζίβα μαλλιά που περιφέρεται με τα χέρια στις τσέπες χαζεύοντας άσκοπα, «πω, πω! ρε φίλε, της πουτάνας γίνεται στο μαγαζί σου· πώς το επιτρέπεις;» τον κοιτάζω παγερά· ψάχνει τις κατσαρόλες· «μμ, ωραίο κεμπάπ!» «ανατινάξου αδελφηή..!» ωρύεται ο Farouk· «δεν μπορώ· δεν έχω το τηλεχειριστήριο,» του απαντά αυτή· «ποιος το ’χει, γαμώ το κέρατό μου;» «αυτός!» και δείχνει εμένα· «δώσε το τηλεχειριστήριο, άπιστε!» μου φωνάζει ο τρομοκράτης απλώνοντας απαιτητικά την παλάμη του· «άντε γαμήσου·» του λέω· ο τύπος με την τζίβα ενώ κάνει μια παπάρα στην κατσαρόλα: «α, δεν είναι σωστό, φίλε· πρέπει να του το δώσεις· δεν είναι δικό σου· γιατί τού το πήρες;» τον κοιτάζω έτοιμος να του χώσω μπουνιά: «τί λες ρε άσχετε;!» «α, όλα κι όλα, φίλε! ο πελάτης έχει πάντα δίκιο,» λέει με μπουκωμένο στόμα· ο Farouq μού βάζει την κάνη τού καλάσνικωφ στο πηγούνι: «το τηλεχειριστήριο!» «δε στο δίνω·» το δάχτυλό του σφίγγει τη σκανδάλη και, ντουπ! τρώει μια αδέσποτη στο μέτωπο και σωριάζεται με μια αστεία, ελικοειδή κίνηση του σώματος γύρω από τον άξονά του· «αδελφεέ..!» στριγγλίζει δραματικά η αδερφή· τινάσσεται πάνω και πατώντας πάνω στους ξαπλωμένους στο πάτωμα ομήρους έρχεται κι αγκαλιάζει τον αδερφό της που ξεψυχά· «ανατινάξου αδελφή· πάρε απ’ τον άπιστο το τηλεχειριστήριο κι ανατινάξου· το υποσχέθηκες στον πατέρα· ακολούθησέ μας στον παράδεισο· μαγκάλι η χάρη τού θεού..,» λέει αφήνοντας την τελευταία του πνοή· «μαγκάλι αναμμένο, αδελφέ· θ’ ανατιναχθώ, στο υπόσχομαι·» και σφίγγοντάς τον στην αγκαλιά της κλαίει μ’ αναφιλητά· σηκώνεται, τρέχει πίσω μου και πιάνοντάς με απ’ τον αγκώνα με σταματά· «δώστε μου το τηλεχειριστήριο, κύριε· δώστε μου το ν’ ανατιναχτώ·» τραβώ απότομα το χέρι μου· «άντε παράτα μας, κυρά μου·» βγαίνω στο δρόμο· βαδίζω γρήγορα· είμαι εξοργισμένος με την επιπολαιότητα του θεού που δημιούργησε έναν ολόκληρο κόσμο αμελώντας να του δώσει νόημα· η κοντή σαν αυγό γυναίκα τρέχει πίσω μου· η λουλακί μπούργκα ανεμίζει σαν αερικό· με αγγίζει στον αγκώνα, «σας παρακαλώ κύριε, η κατάρα τού πατέρα μου θα με κυνηγά σ’ όλη μου τη ζωή·» την σπρώχνω· «φύγε από ’δω, ανόητη·» «του το υποσχέθηκα·» κλωτσώ θυμωμένος το πτώμα ενός χοντρού αρουραίου· σκοτεινιάζει και στον ουρανό κάτι μολυβένια σύννεφα μου συνθλίβουν την καρδιά· αισθάνομαι απέραντη θλίψη· φθάνω σπίτι, ανεβαίνω τις σκάλες –αυτή πάντα πίσω μου– μπαίνω στο διαμέρισμα, ξαπλώνω στο κρεβάτι, ανοίγω την τηλεόραση· έχει κάτι παλιά ασπρόμαυρα mickey mouse του προηγούμενου αιώνα· η γυναίκα-βόμβα εμφανίζεται δειλά στο άνοιγμα της πόρτας, πλησιάζει διστακτικά στο κάτω μέρος τού κρεβατιού και στέκει σιωπηλή· «τί θες;» λέω εκνευρισμένος· «φύγε από ’δω! πήγαινε σπίτι σου·» δεν μιλά· την αγνοώ, δεν της δίνω σημασία· με κυριεύει μια απέραντη απάθεια, μια αδιαφορία για τα πάντα· βγάζω από την τσέπη μου το μικρό τηλεχειριστήριο και της το πετώ πάνω στο κρεβάτι· «ορίστε, παρ’ το και κάνε ό,τι θες· ανατινάξου· δεν με νοιάζει·» της λέω και στρέφομαι στην τηλεόραση· απλώνει το χέρι, παίρνει αργά το τηλεχειριστήριο, τοποθετεί τον αντίχειρα πάνω στο κόκκινο κουμπί, είναι έτοιμη να το πατήσει· το παράξενο λουλακί πλάσμα στέκει εκεί, όρθιο, ασάλευτο, σιωπηλό και με κοιτάζει επίμονα μέσα απ’ τη σχισμή τής μπούργκας· εκνευρίζομαι· «άντε κυρά μου, τέλειωνε να ησυχάσουμε επιτέλους!» ξαφνικά πετά το τηλεχειριστήριο στο κρεβάτι και τραβώντας τη μπούργκα τη βγάζει πάνω απ’ το κεφάλι της· ανασηκώνομαι στους αγκώνες έκπληκτος: μπροστά μου στέκει ένα γυμνό, αδύνατο, κοριτσάκι 10 περίπου χρονών που έχουν περιτυλίξει σφιχτά το κορμάκι του με φαρδιές, ασημένιες, αυτοκόλλητες, ταινίες οι οποίες συγκρατούν κατάσαρκα τις δεσμίδες των εκρηκτικών·