Παρασκευή, 29 Ιουνίου 2018

Εἶμαι Ἔτη Φωτός Μακριά ἀπ’ τό Σῶμα μου


Αυτὲς εἶναι οἱ τελευταῖες ὧρες τοῦ κόσμου
Ἀλλόφρων, μὲ τὸ τηλέφωνο στ’ αὐτί,
σ’ ἀναζητῶ στὸ ἐρειπωμένο Λονδίνο
Δὲν σ’ ἀκούω· –ἐκκωφαντικὴ βοὴ στοὺς δρόμους
Σώματα μὲ πυργοειδεῖς λαιμούς,
ἐξαπολύουν σίφωνες μαύρου πυκνοῦ καπνοῦ
Στὸν οὐρανὸ ἀστραπιαῖες ἀντανακλάσεις
–τῶν γλουτῶν τῶν ματιῶν, τοῦ στήθους σου.

Σὲ βρίσκω ἐπὶ τέλους σὲ μιὰ παλιὰ σχολικὴ αἴθουσα
Τὸ σῶμα σου εἶναι δεκάξι ἐτῶν ἀπὸ ῥητίνη
Ἀνοίγεις πρὸς τὰ ἔξω τὸν θόλο τοῦ μαστοῦ
μοῦ δείχνεις τὴν παλλόμενη καρδιά σου
«Θέλω πούτσα» ψιθυρίζεις· »ὅπως δήποτε»
Μὲ φιλᾶς καὶ ῥετσίνι κέδρου μὲ περιχύνει.

Εἶναι νεκρὸς ὁ κόσμος τώρα
Μέσ’ τὸ κεχριμπαρένιο σου κορμί,
ἔγκλειστο ἔντομο μ’ ἔχεις· –βαλσαμωμένη μνήμη.

Παραλλαγή 80

Τὶς νύχτες ἐξαφανίζεται τὸ κορίτσι μου
Γίνεται ἀερικό, ἄρωμα ποὺ διαχέεται
Κάνω νὰ φωνάξω τ’ ὄνομά της,
μὰ ἀπ’ τὸ λαιμό μου βγαίνει μιὰ τριανταφυλλιά.

Κάθε πρωὶ ἐπιστρέφει στὸν κόσμο
Διαγράφεται στὸν αἰθέρα τὸ μειδίαμά της,
ἐμφανίζεται ἡ μελανή της ἥβη,
προβάλλουν τὰ στήθη, τὰ μακριά της δάκτυλα,
«Ποιὰ εἶσαι ἀλήθεια;» ψιθυρίζω ξέπνοα
«Ἡ νύκτα!
κάθε πρωὶ δημιουργῶ τὸ σῶμα μου,
τὸ σῶμα σου, τοῦ κόσμου τὶς μορφές.»

Τρελὸς ἀπὸ ζήλεια καὶ πόθο,
πηδῶ καὶ καταπίνω τὴ σελήνη
Φέγγει τώρα ἡ κοιλιά μου
Ἀπὸ τοὺς πόρους ἀκτινοβολῶ.

ΑΓΓΕΛΟΙ ΚΑΡΦΩΝΟΝΤΑΙ ΜΕ ΤΟ ΚΕΦΑΛΙ ΣΤΗΝ ΑΣΦΑΛΤΟ
Ἀνήσυχη λογοτεχνία

Σάββατο, 24 Φεβρουαρίου 2018

Τίς Νύχτες τά Σώματά μας Ἀνελκύονται ἀπ’ τ’ Ἄστρα



Φσς.., ἀπὸ τοὺς πόρους τῆς νύχτας διεισδύει,
παράνοια στὴ Μητρόπολη
Σώματα ἐμμανῆ ἀλληλοσφάζονται στοὺς δρόμους
Πηκτὴ βλακεία ῥέει ἀπ’ τὶς πληγές τους
Καρφώνουν τὸν Χριστὸ πρηνῆ στὴν ἄσφαλτο,
κι ὁ clown Trump τὸν σοδομεῖ ἀγρίως.

«Δὲν θέλω νὰ μοῦ γράφῃς ποιήματα,»
φωνάζει θυμωμένο τὸ κορίτσι μου
»τὴν Ποίηση ἀγαπᾶς κι ὄχι ἐμένα!»
Ἀνοίγω τὰ μάτια
Τὰ τρίβω τὰ νίβω τ’ ὄνειρο δὲν σταματᾶ
Βλέπω ὅτι τάχα εἶμ’ ἕνα σῶμα,
ποὺ ὀνομάζεται Larry ποὺ γράφει ποιήματα.

Φτεροῦγες βγάζει τὸ κεφάλι μου καὶ φεύγει
Ἕνα κυπαρίσσι φυτρώνει στὴ θέση του
Μέσ’ τὴ χοντρή μου κοιλιὰ -χό, χό, χοό!
μεταφέρω λαθραῖα τὸν καινούργιο θεό.

Σάββατο, 10 Φεβρουαρίου 2018

Déjà vu

Image may contain: sky, shoes, grass and outdoor
Κωνσταντίνος 'Aρχανιώτης, Reflection

Παραδίδω τὸ ἑπόμενο μάθημα
Ξαφνικὰ κάτι βίαιο καὶ ἀνεξήγητο,
συστρέφει τὸ σῶμα μου,
στρεβλώνει τὸ πρόσωπό μου
Στέκω ἔτσι
Ἄνευ αἰτίας, ἄνευ νοήματος
Σὰν κάτι ξένο ποὺ δὲν θα ’πρεπε να ὑπάρχει στὸν κόσμο.

Φθάνω σπίτι μου παραπατῶντας
Δοκιμάζω τὸ κλειδὶ ἀλλὰ δὲν ταιριάζει
Μοῦ ἀνοίγει μιὰ ἄγνωστη ποὺ κρατᾶ ἕνα βρέφος
Μιλᾶ ταραγμένα, καταλαβαίνω ἐλάχιστα
Ἰσχυρίζεται ὅτι εἴμαστε σύζυγοι
Τραυλίζω ἀκατανόητα
Αὐτὴ τὴν ζωή τὴν ἔχω ζήσει κάποτε.

Σάββατο, 27 Ιανουαρίου 2018

Big Bang – Το Φτάρνισμα τοῦ Θεοῦ

Image may contain: 1 person
Κωνσταντίνος Αρχανιώτης, "Αναγνώστης με τον Απαραίτητο Εξοπλισμό" 

Τὸ σφαχτάρι τοῦ κόσμου,
κρεμασμένο στὸ θόλο τῆς νύχτας,
στραγγίζει ἀπὸ κάθε νόημα.

Ὁ Σάϋλοκ κόβει μιὰ λίβρα σάρκα ἀπ’ τὸ μηρό μου
«Νοστιμώτατον τὸ κρέας σας ἀγαπητὲ»
Ἡ ἐρωμένη του ἐπιδένει τὸ τραῦμα μου
«Πάψτε νὰ σκέπτεσθε τὸ παρελθὸν καὶ τὸ μέλλον,
καὶ γαμῆστε με» ψιθυρίζει
Τὰ χείλη της φτερὰ πεταλούδας τρέμουν πετοῦν
Τὸ πρόσωπό της μένει χωρὶς στόμα.

Ξαφνικὰ ἀκούω τὸ φτάρνισμα τοῦ Θεοῦ –τὸ big bang!
Βρίσκομαι στὸ παρὸν
Ἡ γῆ κάτ’ ἀπ’ τὰ πόδια μου χάνεται
Οἱ ῥίζες τῶν δένδρων στὸν ἀέρα
Τὸ διαυγὲς νερὸ τῆς λίμνης, τὰ ὀστᾶ τῶν νεκρῶν,
μετέωρα στὸ σεληνόφως
Μιὰ μαλακὴ βροχὴ ἀπὸ φλογίτσες πέφτει στὴν ἄβυσσο.

Σάββατο, 13 Ιανουαρίου 2018

Ἡ Σιωπή Εἶν’ Ἀπαρχή Ἑνός Καινούργιου Κόσμου


Χράπ! ἐξαφανίζεται τὸ μισὸ δωμάτιο
Ἀδηφάγο κενὸ καταβροχθίζει τὴν πόλη
Οἱ δρόμοι κόβονται ἀπὸ ἀβυσσαλέους κρημνοὺς
Κολοβωμένα κορμιὰ πασχίζουν νὰ διαφύγουν
Τρώγει ὁ Θεὸς τὸν κόσμο του!

Στὸ Σύνταγμα χιλιάδες σώματα παραληροῦν
Ὅλες οἱ λέξεις ποὺ εἰπώθηκαν ἀπὸ Γενέσεως,
ἐπιστρέφουν στὰ στόματα τώρα
Ἄκρα σιωπή· ποτέ, τίποτε δὲν ἐλέχθη!

Βρίσκομαι στὴ λεηλατημένη Βουλὴ
Μιὰ νεαρὰ μοναχή,
οὐρεῖ ὄρθια παραμερίζοντας τὸ ἐσώρουχο
«Ὦ Κύριε,» προσεύχεται
»γάμησον τὴν δούλην σου, γάμησόν με..,»
Τὴν ἀγκαλιάζω,
καὶ μὲ τὰ στήθη της –δυὸ κεφαλὲς παρδάλεων,
μὲ κατασπαράσσει ἀγρίως.

Σάββατο, 6 Ιανουαρίου 2018

Γυμνός Ἀγγελιαφόρος



Χαϊδεύω τὸ κρανίο μου
Οἱ τρίχες εἶναι γκρίζες, πολὺ σκληρὲς καὶ ὄρθιες
Τὶς ξύρισαν καὶ ’γράψαν στὸ δἐρμα μὲ μελάνι
Ἀγγελιαφόρος εἶμαι, μοιάζω μὲ λύκο.

Διασχίζω τρέχοντας,
χιλιάδες σκοτεινὰ δωμάτια ὅπου σφυρίζουν παγωμένα ρεύματα
Παλιὰ ἦσαν ἀνάκτορα
Ἐδῶ οἱ μέρες πετρώνουν καὶ τὶς σπρώχνω μὲ κόπο
Στὶς ἀχανεῖς αἴθουσες σχημάτισα ψηλοὺς τύμβους
Στοὺς ἀπέραντους διαδρόμους ἀτέλειωτες σειρές.

Δὲν ἐνθυμοῦμαι τὸν ἀποστολέα
Τί μήνυμα μεταφέρω;
Σὲ ποιόν;
Ὁ βασιλιὰς εἶναι νεκρός· κανεὶς δὲν ζεῖ
Παρ’ ὅλα αὐτὰ τρέχω
Ἀγγελιαφόρος γάρ.

Ἔξαφνα ἀκινητοποιοῦμαι στὸν ἀέρα!
Μία γλυκιὰ πνοή,
φέρνει λίγα λευκὰ ἀνθοπέταλα κερασιᾶς.