Κυριακή, 17 Δεκεμβρίου 2017

Ἄνθρωποι ἀπό Ὀμίχλη


                 Εἶμαι ἡ ὀμίχλη ποὺ πλανᾶται τὶς νύχτες
Μέσα μου σχηματίζονται φαντάσματα,
ψίθυροι,
μιὰ ὄμορφη γυναίκα ποὺ κοιμᾶται γυμνὴ.

Φουούπ! μεταμορφώνομαι σὲ κοστούμι μὲ ἄνδρα
Στέκω ἀπὸ πάνω της,
ἀνάβω τσιγάρο, τὴν παρατηρῶ
Ῥοὲς ὀνείρων παρασύρουν τὰ μακριὰ μαλλιά της
Ἀνασηκώνεται ἔντρομη, «τί εἴμαστε;» ῥωτᾶ
Ἐκπνέω τόν καπνὸ χαμογελῶντας
Ἀντιλαμβάνεται
Μιὰ αἰφνίδια αἱμάτινη λάμψη,
–ἕνας κεραυνὸς ἀπὸ φλέβες ἀστράφτει ἐντός της
«Καπνός, φαντάσματα εἴμαστε!» ἀναφωνεῖ έντρομη.

Ξημερώνει, γίνομαι πάλι νέφος
Ἁπλώνει τὸ χέρι καὶ μοῦ ἀποσπᾶ ἕνα κομμάτι
Γελῶντας τὸ στύβει στὸ πρόσωπό της.

Σάββατο, 16 Δεκεμβρίου 2017

Ἀνία, τό Αἴσθημα τῆς Ἀνυπαρξίας (κι ἡ Πηνελόπη ἀπό ἀνία ἔπλεκε)


Πλήττω γιατὶ δὲν ὑπάρχω
Γεννήθηκα ἀπὸ ἕνα χασμουρητὸ
Πεθαίνω,
καταπίνοντας τὸν κόσμο μ’ ἕνα μεγαλύτερο.

Διασχίζω μιὰν ἔρημο
Τὸ Τίποτε ὑψώνεται τεράστιο, σκωριασμένο
Τμήματα τοῦ σώματός μου,
ἐξαφανίζονται κι ἐμφανίζονται σπασμωδικῶς
Τὰ δάκτυλα τῶν χεριῶν μου ξεφυσοῦν ἀτμοὺς
Γιὰ κεφάλι ἔχω μιὰ πυργωτὴ φωλιὰ τερμιτῶν
Πυκτὰ αἵματα χύνονται στὸ ζενὶθ τ’ οὐρανοῦ,
βάφοντας πορφυρὸ τὸ θόλο.

Ὁ κόσμος εἶναι σύννεφο
Τὸ σῶμα καὶ οἱ σκέψεις μου, μορφές του
Θεέ μου
Πόσο βαρετὸς γίνεσαι γιὰ νὰ σὲ ἀποφεύγουμε!

Παρασκευή, 15 Δεκεμβρίου 2017

Ἐνέδρα





Τὶς νύχτες δὲν κοιμᾶμαι
Παραφυλάω τὰ πράγματα τοῦ δωματίου μου
Παραμονεύω ‘αὐτὸ’ ποὺ δίνει,
‘αὐτὸ’ ποὺ παίρνει τὶς μορφές τους.

Ἐμφανίζεται τότε ἡ μάνα μου
«Ξύπνα» μοῦ λέει, »ἄργησες πάλι»
Δυσφορῶ
Ἡ ἐργασία μου εἶναι ἀνιαρὴ
Ὁ προϊστάμενος αὐστηρός.

Στὴν πραγματικότητα,
‘αὐτὸ’ παίρνει ὅποια μορφὴ φαντάζομαι
Χρόνια ἀσάλευτος στὸ σκοτάδι,
ἐμποτίζω μὲ τὸ σάλιο μου τὶς λέξεις
Πλάθω τὸ σῶμα μου,
τὴ μάνα μου,
τὸν προϊστάμενο.

Πέμπτη, 14 Δεκεμβρίου 2017

Παραλλαγή 80



Τὶς νύχτες ἐξαφανίζεται τὸ κορίτσι μου
Γίνεται ἀερικό, ἄρωμα ποὺ διαχέεται
Κάνω νὰ φωνάξω τ’ ὄνομά της,
μὰ ἀπ’ τὸ λαιμό μου βγαίνει μιὰ τριανταφυλλιά.

Κάθε πρωὶ ἐπιστρέφει στὸν κόσμο
Διαγράφεται στὸν αἰθέρα τὸ μειδίαμά της,
ἐμφανίζεται ἡ μελανή της ἥβη,
προβάλλουν τὰ στήθη, τὰ μακριά της δάκτυλα,
«Ποιὰ εἶσαι ἀλήθεια;» ψιθυρίζω ξέπνοα
«Ἡ νύκτα!
κάθε πρωὶ δημιουργῶ τὸ σῶμα μου,
τὸ σῶμα σου, τοῦ κόσμου τὶς μορφές.»

Τρελὸς ἀπὸ ζήλεια καὶ πόθο,
πηδῶ καὶ καταπίνω τὴ σελήνη
Φέγγει τώρα ἡ κοιλιά μου
Ἀπὸ τοὺς πόρους ἀκτινοβολῶ.

ΑΓΓΕΛΟΙ ΚΑΡΦΩΝΟΝΤΑΙ ΜΕ ΤΟ ΚΕΦΑΛΙ ΣΤΗΝ ΑΣΦΑΛΤΟ
Ἀνήσυχη λογοτεχνία

Τετάρτη, 13 Δεκεμβρίου 2017

Ὁ Κόσμος Εἶναι μιά Διαταραχή τοῦ Μυαλοῦ



Μέσα στὸ θόλο τ’ οὐρανοῦ, εἴμαστ’ οἱ σκέψεις του.

Περιφερόμαστε κρατῶντας κάτι χρυσὰ κλουβιὰ
Μέσα ἔχουμε τὰ γεννητικά μας ὄργανα
«Ὡραῖο τὸ μουνάκι σας, κυρία»
«Κι ὁ ποῦτσος σας, κύριε
»νὰ τὰ βάλωμεν νὰ παίξουν μαζί;»

Ὁ Χριστὸς ἀπ’ τὰ σύννεφα πυροβολεῖ τραπεζίτες
Ἄγγελοι ἀπὸ ὑδροκυάνιο,
πιάνουν τὶς ἀστραπὲς καὶ προσγειώνονται
Μιὰ διαπεραστικὴ κραυγή,
ἀποκεφαλίζει τὸν πρωθυπουργὸ
Ἀπ’ τὸν κῶλο του πετάγεται ἕνας ἔντρομος νάνος.

«Τί σοῦ συμβαίνει ἀπόψε, ἀγάπη μου;
Σὲ κάθε βῆμα σου,
ἕνα κορμὶ καινούργιο βγαίνει ἀπ’ τὸ παλιὸ»
«Εἶμ’ ἕνας ποταμὸς
Δύο στιγμὲς δὲν ζῶ στὸ ἴδιο σῶμα.»

ΑΓΓΕΛΟΙ ΚΑΡΦΩΝΟΝΤΑΙ ΜΕ ΤΟ ΚΕΦΑΛΙ ΣΤΗΝ ΑΣΦΑΛΤΟ
Λογοτεχνία για την ανυπακοή

Τρίτη, 12 Δεκεμβρίου 2017

Τά Πράγματα



Ξυπνῶ γυμνὸς σ’ ἕνα ἀπέραντο χιονισμένο τοπίο
Μοναχικὰ ἀνέκφραστα πράγματα,
ἀναδύονται μὲ βία στὴν ἐπιφάνεια
Σύντομα τὰ καλύπτει τὸ χιόνι.
      
Ξεθάβω ἀπεγνωσμένα
Τὰ δάκτυλά μου μελανιάζουν
Ἐπινοῶ μορφὲς
Χρήσεις
Ὀνομασίες
Ποτὲ δὲν θὰ μάθω τί εἶναι.

Συσπειρωμένος στὸ σκοτάδι,
τρέμοντας,
κτυπώντας τὰ δόντια μου,
ἀπαγγέλλω πάλι καὶ πάλι,
ἀτέλειωτους ὀνομαστικοὺς καταλόγους,
νὰ μὴν τὰ λησμονήσω.

ΑΓΓΕΛΟΙ ΚΑΡΦΩΝΟΝΤΑΙ ΜΕ ΤΟ ΚΕΦΑΛΙ ΣΤΗΝ ΑΣΦΑΛΤΟ
Ἐγχειρίδιο ἐπιβίωσης

Δευτέρα, 11 Δεκεμβρίου 2017

Τυφλός ἐκ Γενετῆς


Τὰκ-τὰκ κτυπῶ μὲ τὸ ῥαβδὶ τὸ πεζοδρόμιο
Ἐλέγχω ἄν ὄντως ὑπάρχει ὁ κόσμος
Ἄν εἶναι ὄνειρο.

«Ἔλα,» μὲ καλεῖ μιὰ αἰσθησιακὴ φωνὴ
Τὴν ἀκολουθῶ σ’ ἕνα πνιγηρὰ ζεστὸ δωμάτιο
«Ἄγγιξέ με, εἶμαι γυμνή»
Κατευθύνει τὸ χέρι μου στὶς θηλές, στὸ αἰδοῖο της
«Ποιὰ εἶσαι;»  «Ἡ φωνὴ
μεταμορφώνομαι σὲ ὅ,τι φαίνεται, σὲ ὅ,τι βλέπουν,
σὲ ὅ,τι ἐκλαμβάνουν ὡς κόσμο οἱ ἄνθρωποι.»

Τάκ! μὲ τὸ ῥαβδί μου,
ὁ κόσμος θρυμματίζεται σὲ μυριάδες ψηφίδες
Καταρρέουν στὴν ἄβυσσο
Βρίσκομαι στὸ κενὸ
Δυὸ ἥλιοι εἶναι σφηνωμένοι στὰ τυφλά μου μάτια
Ἀπὸ τὰ πέλματά μου βρέχει.

ΑΓΓΕΛΟΙ ΚΑΡΦΩΝΟΝΤΑΙ ΜΕ ΤΟ ΚΕΦΑΛΙ ΣΤΗΝ ΑΣΦΑΛΤΟ
Μεταλλογοτεχνία