Πέμπτη, 31 Ιουλίου 2014

Τό Παλτό



Εἶμαι μελισσοκόμος
Ἔχω μακριὰ γενειάδα,
καὶ πάντα φορῶ,
μαῦρο χονδρὸ παλτό, σφικτὰ κουμπωμένο.

Τὶς Κυριακὲς κάθομαι στὴν πλατεία
Χαζεύω τοὺς ἀνθρώπους,
ποὺ χορεύουν ταγκὸ μὲ τὰ πτώματά τους
Δὲν μὲ βλέπουν
Βλέπουν κι ἀκοῦν μονάχα,
αὐτὸ ποὺ ἔχουν στὸ κεφάλι τους.

Σηκώνομαι ἔξαφνα κι ἀνοίγω τὸ παλτὸ
Ὅλες μαζί,
χρυσές,
βομβίζοντας οἱ μέλισσες,
βγαίνουν ἀπ’ τὸ σκοτάδι,
σκορποῦν στὸν ἥλιο.


Η ΘΑΝΑΤΗΦΟΡΟΣ ΤΟΞΙΚΟΤΗΣ ΤΩΝ ΛΕΞΕΩΝ

Παρασκευή, 4 Ιουλίου 2014

Ἡ Ντουλάπα μέ τά Σφάγια.





Ἕνα πρωὶ βγαίνω ἀπ’ τὸ δωμάτιό μου,
καὶ δὲν μὲ ἀναγνωρίζει κανεὶς
Ἡ μητέρα μου,
ὁ πατέρας, ἡ ἀδελφή μου,
μὲ κοιτάζουν μὲ ἀπορία
Ῥωτοῦν «ποιὸς εἶστε κύριε!»

Ἔντρομος ἀντιλαμβάνομαι τὸ λάθος
Κλειδώνομαι στὸ δωμάτιό μου,
ἀνοίγω τὴ ντουλάπα,
κι ἀντικρύζω σὰν σφάγια σὲ κρεοπωλεῖο,
κρεάτινα κοστούμια κρεμασμένα
Παίρνω φορῶ τὸ τετριμμένο μου σαρκίο,
τακτοποιῶ ἐντόσθια, μυελό,
γίνομαι πάλι ‘Λάρρυ.’

Ὅμως πέρα ἀπὸ σάρκες καὶ σκέψεις,
τί εἶναι ‘αὐτὸ’ ποὺ ντύνεται μὲ σκέψεις καὶ σάρκες;


ΤΟ ΔΗΛΗΤΗΡΙΟ ΤΗΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ: