Πέμπτη, 30 Νοεμβρίου 2017

Στό Σκοτάδι


Ζῶ στὰ τυφλὰ
Δαγκώνω σκοτάδι
Σκάβω μέσα μου βαθιὲς στοές.

Γιὰ νὰ περνοῦν οἱ ὦρες,
Μιλῶ μόνος μου:
«-Ἀραιώνει;
-Ναὶ
-Τώρα;
-Πυκνώνει
-Καί;
-Σχηματίζεται
-Τί;
-Μιὰ μορφὴ
-Ἡ μορφή μου!
-Πῶς ὀνομάζεται;
-Λάρρυ
-Λάρρυ;!»

Μὲ τὶς λέξεις ὑπάρχω
Ἀπέκτησα ἀναμνήσεις
Ὄνομα
Κανονικὴ ζωή.

Κοιτάζω τ’ ἄστρα
Ἀνασαίνω τὴν παγωνιά τους
Μέσα στὶς σήραγγες τοῦ νοῦ,
μιὰ πεταλούδα χορεύει ἕναν ἀσύλληπτο χορό.

Τετάρτη, 29 Νοεμβρίου 2017

Ἡ Ἀπίστευτη Εἴδηση


                          Ἡ ἀπίστευτη εἴδηση ὅτι δὲν ὑπάρχουμε,
ὅτι ὄνειρα εἴμαστε ὁ ἕνας τοῦ ἄλλου,
διαδίδεται γρήγορα ἀπὸ στόμα σὲ στόμα
Τὰ ἀνθρώπινα σώματα παραλύουν
Παύουν κάθε δραστηριότητα,
κι ἀτενίζουν ἀδιάφορα τὸν ὁρίζοντα.

Περασμένα μεσάνυχτα
Σὲ μιὰ στοὰ γαμῶ μιὰν ἄγνωστη στὰ ὄρθια
Φθάνοντας στὸν ὀργασμό,
τὸ κορμί της μεταλλάσσεται μ’ ἔντονους σπασμούς
Γίνεται διαυγές, ῥευστὸ
–ἕνα ὑδάτινο ὄν ποὺ ἀναβλύζει ἀπὸ τὸ σκοτάδι
Ἀστραπιαῖα ὄνειρα τὸ διατρέχουν
«Ποιὰ εἶσαι;»
«Ἡ πραγματικότητα· μόνον ἐγὼ ὑπάρχω.»

Πάν’ ἀπ’ τὶς στέγες ἐναερίζονται,
μεγάλα, ἡμιδιαφανῆ ᾠὰ –οἱ χίμαιρες
Στὴ στιλπνὴ μεμβράνη καθεμιᾶς,
ἀντικατοπτρίζονται ὅλες οἱ ἄλλες
Ἐντός τους σέ στάση ἐμβρύου κοιμῶνται τ’ ἀνθρώπινα σώματα.

ΑΓΓΕΛΟΙ ΚΑΡΦΩΝΟΝΤΑΙ ΜΕ ΤΟ ΚΕΦΑΛΙ ΣΤΗΝ ΑΣΦΑΛΤΟ
Λογοτεχνία γιὰ ζωντανοὺς.


Τρίτη, 28 Νοεμβρίου 2017

Ὁ Θεός Ξεφυσᾶ τόν Καπνό τοῦ Τσιγάρου στά Μάτια μου καί Δακρύζω


Οἱ ἄνθρωποι τρώγουν τὸ φῶς
Καὶ στὸν ἀέρα σχηματίζονται,
σπήλαια καὶ σήραγγες σκότους.

Ἀνασηκώνοντας τὸν ὁρίζοντα μὲ τὸ κέρας του,
εἰσέρχεται στὸν κόσμο,
ἕνας ὑπερφυσικὸς ῥινόκερως.

Τρομοκρατημένοι κλεινόμαστε στοὺς ναοὺς
Εἶμαι μὲ τὴν ἐξαδέλφη μου κάτω ἀπὸ ἕνα στασίδι
«Βασιλάκη» λέει, »βγάλε τὸ πουλάκι σου νὰ στὸ γλύψω
Μετὰ θὰ μοῦ τὸ γλύψεις ἐσὺ»
Στὰ μαρμάρινα σκαλοπάτια,
κατρακυλοῦν βολβοὶ ὀφθαλμῶν ποὺ μᾶς κοιτάζουν ἔκπληκτοι
Στὰ ὑψηρεφῆ σκοτάδια,
πλέουν μισοδαγκωμένα κομμάτια φωτός.

Ζίπ, ἕνας ποντικὸς διασχίζει τὸν οὐρανὸ
Νιάρρ! ἐκτινάσσεται ἡ μαύρη γάτα τοῦ μυαλοῦ μου.

ΑΓΓΕΛΟΙ ΚΑΡΦΩΝΟΝΤΑΙ ΜΕ ΤΟ ΚΕΦΑΛΙ ΣΤΗΝ ΑΣΦΑΛΤΟ
Προσοχή! Δαγκώνει.

Δευτέρα, 27 Νοεμβρίου 2017

EGO-MACHINE


Ὄν τεχνητῆς νοημοσύνης,
παγίδευσα τὸν οὐρανό,
–τὸν ἑαυτό,
στὶς πλεκτάνες τοῦ μυαλοῦ μου.

Τώρα πορεύομαι σ’ ἓναν ἀπατηλὸ χῶρο
Μὲ τὴν παραμικρὴ κίνηση,
ἦχο ἤ βλέμμα,
μεταλλάσσεται
Ἀντανακλᾶ τὶς σκέψεις μου.

Οὔτε νεκρὸς εἶμαι,
οὔτε ζωντανὸς
Περιπλανῶμαι μ’ ἐρειπωμένο σῶμα,
ὀξιδωμένο κρανίο,
οὐρλιάζοντας στὸ ἀχανὲς ἑτοιμόρροπο σύμπαν:
«Ὄνειρο εἶμαι
Ποτεέ!
Πουθενὰ δὲν ὑπῆρξα!»

Πηδῶ καὶ σχίζω μὲ τὰ νύχια τὸν οὐρανὸ
Καταρράκτης τ’ ἄστρα χύνονται στὴ γῆ
Βαθιὰ στὰ χόρτα τῆς ψυχῆς,
ἕνα τριζόνι.

ΑΓΓΕΛΟΙ ΚΑΡΦΩΝΟΝΤΑΙ ΜΕ ΤΟ ΚΕΦΑΛΙ ΣΤΗΝ ΑΣΦΑΛΤΟ
Διαφορετική λογοτεχνία για διαφορετικούς.

Κυριακή, 26 Νοεμβρίου 2017

Ἡ Μάντις


                  Ἀέρας εἶμαι, εἰσδύω στὰ ἀνθρώπινα σώματα
Καμένα εἶναι ἐσωτερικὰ
Ῥημαγμένοι ναοὶ
Ἰλὺς ἀπὸ αἷμα καὶ τέφρα.

Ἀνθρώπινα σώματα ἀσάλευτα στὴ βροχὴ
Μὲ βαλίτζες στὰ χέρια, μὲ βρέφη στὴν ἀγκαλιὰ
Ἕτοιμα ν’ ἀναχωρήσουν
Γιὰ ποῡ, πῶς θὰ σωθοῦν;
Τὰ νερὰ κατέκλυσαν τὴ γῆ κι ἀνεβαίνουν.

Στὶς λάσπες σφαδάζει ἀπ’ τὶς ὠδῖνες τοῦ τοκετοῦ,
γυμνὸ τὸ κορμὶ μιᾶς ἐγκύου ἐφήβου
Γύρω της τὸ πλῆθος προσμένει βουβὸ
Τὸ κορίτσι βυθίζει τὰ δάκτυλα στὴν κοιλιά του,
κι ἀπότομα τὴν σχίζει,
φέροντας στὸ φῶς τὸν νέο κόσμο!

Ἡ τελευταία της πνοὴ πεταλουδίζει μέσα μου
Ἀέρας εἶμαι, τὴν ἐλπίδα σᾶς μεταφέρω.


ΑΓΓΕΛΟΙ ΚΑΡΦΩΝΟΝΤΑΙ ΜΕ ΤΟ ΚΕΦΑΛΙ ΣΤΗΝ ΑΣΦΑΛΤΟ
Λογοτρχνία γιὰ ζωντανούς.

Σάββατο, 25 Νοεμβρίου 2017

Θά μᾶς Γαμήσῃ ὁ Θεός


Μιὰ τεράστια πούτσα κρέμεται στὸν οὐρανὸ
Αὐτὴ ἡ πόλις,
εἶναι κτισμένη ἐπάνω στὸ στῆθος μου
Οἱ κάτοικοί της κατέρχονται ἀπ’ τὸ στόμα μου,
τοποθετοῦν δυναμίτιδες στὴν καρδιά μου,
κι ἐξορύσσουν αἰσθήματα.

Φυγαδεύω τὸ κορίτσι μου γιὰ νὰ σωθῇ
Τὰ μεγάφωνα ἀναγγέλλουν τὴ πτήση της
Μὲ κοιτάζει ἀνήσυχη καί,
«Γάμησέ με γιὰ τελευταία φορὰ»
Πηγαίνομε στὶς τουαλέτες
«Ἀπ’ τὸν κῶλο,» μουρμουρίζει βουρκωμένη.

Τὶς νύκτες ἀνοίγουν οἱ φλέβες μου,
καὶ πλημμυρίζω τὸν κόσμο μὲ νόημα
Τὸ πρωὶ ἡ Παναγία,
σφουγγαρίζει τοὺς οὐρανούς μ’ ἕνα νέφος.

ΑΓΓΕΛΟΙ ΚΑΡΦΩΝΟΝΤΑΙ ΜΕ ΤΟ ΚΕΦΑΛΙ ΣΤΗΝ ΑΣΦΑΛΤΟ
Διαφορετική Λογοτεχνία

Παρασκευή, 24 Νοεμβρίου 2017

Ἡ Ἀποικία


                 Εἴμαστε στὸ κενὸ
Ἐπιβιώνουμε,
οἰκοδομῶντας ἐναγωνίως,
τὴν ἀποικία ποὺ κρημνίζεται στὸ χάος.

Νυχθημερὸν ἐργαζόμαστε μὲ τὴ γλῶσσα
Συνδέομε πρόσωπα,
πράγματα,                                                                
νοήματα,
σχηματίζοντας δίκτυα,
συγκρατῶντας τὸν κόσμο μας.

Γύρω ἀπὸ τὴν ἀποικία ἁπλώνεται σκοτάδι
Ἄγρυπνος,
σὲ μιὰ προεξοχή,
ὁ ποιητὴς συλλέγει γλῶσσα ἀπὸ τὸ διάστημα
Σὲ κάθε ἀναπνοή του,
διώχνει καὶ ξαναφέρνει τὴν ψυχή του.

Πέμπτη, 23 Νοεμβρίου 2017

Μιά Παράξενη Φίλη


                          Μεσημέρι Αὐγούστου
Σὲ μιὰν ἀπόμακρη παραλία,
γαμῶ μιὰ φίλη
Καθὼς ἐκσπερματίζω,
ἐμφανίζονται στὸν φωτεινὸ αἰθέρα δύο μεγάλα χέρια
Μ’ ἁρπάζουν καὶ μὲ τραβοῦν ἀπ’ τὶς μασχάλες ψηλά,
ἔξω ἀπ’ τὸν κόσμο.

Νύχτα
Περνᾶ ἕνα σμῆνος σπερματοζωαρίων ποὺ φωσφορίζουν
Ἀκτῖνες ἀπ’ τὰ μάτια τῆς φίλης μου,
προβάλλουν τρισδιάστατα σχήματα στὸ σκοτάδι
Μέσ’ τὸ κρυστάλλινο δάκρυ της,
κρατεῖ φυλακισμένη τὴν εἰκόνα μου
«Ποιὰ εἶσαι, σὲ λησμόνησα,» φωνάζω μὲ ἀγωνία
«Ἡ αἰτία ποὺ ὑπάρχεις,» ἀποκρίνεται
»Θυμίσου με
Κόσμος εἶναι ὁ ποταμὸς ποὺ πηγάζει ἀπ’ τὸ στόμα μου.»

Τετάρτη, 22 Νοεμβρίου 2017

Πταρνίζομαι καί Φεύγουν τά Πουλιά ἀπ’ τά Δένδρα




Ὁ οὐρανὸς εἶναι γεμάτος ματωμένα δόντια
Ἀναμασᾶ ὁ Θεὸς τὶς σάρκες μας,
καὶ φτύνει νέα σώματα.

Στοὺς τοίχους τῆς αἴθουσας γλυστροῦν χταπόδια
Τὸ δάπεδο εἶναι καλυμμένο μὲ καθρέπτες
Στὸ ἀνάκλινδρο ψυχορραγεῖ ὁ μέγας τραπεζίτης
Δεκάδες χέρια βγαίνουν ἀπὸ μέσα του
Γυρεύουν ἀπὸ κάπου νὰ πιαστοῦν
Ὅλα μαζὶ τοῦ σφίγγουν τὸ λαιμό, τὸν στραγγαλίζουν
Ὁ πρωθυπουργὸς κοιτάζει ἠλίθια,
μ’ ἕναν τεράστιο ὀφθαλμὸ ποὺ ἔχει στὸν πρωκτό.

Τὸ κορίτσι μου ντυμένο μὲ πεταλοῦδες, χορεύει
Ὅμως τὸ πέλμα της,
δὲν βρίσκει τὸ εἴδωλό του νὰ πατήσῃ
Κραυγάζοντας πέφτει μέσα στὴν ἄβυσσο τοῦ καθρέφτη
Οὐρλιάζουν οἱ λιμπελοῦλες.

Τρίτη, 21 Νοεμβρίου 2017

D.N.A.


                 Ἐμπρὸς στὸν καθρέφτη,
μελετῶ τὰ σημάδια,
ποὺ φέρω ἐκ γεννετῆς στὸ σῶμα μου.

Εἶναι μιὰ προφητεία
Μία ἀπόκρυφος βουστροφηδὸν γραφὴ
Λέει πῶς πότε
Θὰ ζήσω θὰ πεθάνω.

Χρόνια κλεισμένος στὸ σπίτι,
πασχίζω ν’ ἀνακαλύψω τὸν κώδικα
Ποιὸς τὰ ᾿γραψε
Πῶς θ’ ἀποφύγω τὸ πεπρωμένο.

Τὸ σῶμα εἶναι ἡ μοῖρα μου
Πεθαίνοντας,
ἀντιλαμβάνομαι μὲ τρόμο,
ὅτι τὰ στίγματα ἦταν στὸν καθρέφτη
ὄχι στὸ δέρμα μου.

Δευτέρα, 20 Νοεμβρίου 2017

Ὁ Θεός κι ὁ Λάρρυ


                          «Δὲν κοιμοῦμαι
Καιροφυλακτῶ κάτω ἀπ’ τὴν κουβέρτα
Μὲ τὰ παπούτσια, μὲ τὰ ροῦχα, ἕτοιμος
Μόλις ὁ νυχτοφύλακας ἀποκοιμιέται
Δραπετεύω ἀπὸ τὸ ἄσυλο.

Βαδίζω χειρονομῶντας παραληρῶντας
Πίσω μου ἡ πόλη καταρρέει,
κάτ’ ἀπ’ τὸ βάρος τῶν πουλιῶν
Βαδίζω ὅλη μου τὴ ζωὴ μαινόμενος
Ἀπ’ τὸν κρατήρα τοῦ κρανίου μου,
ἐκτινάσσονται πυρακτωμένα μυαλὰ
Τὰ χέρια μου κρώζουν
Φεύγουν, πετοῦν στὸ ἄγνωστο.

Ἡμιθανὴς φθάνω στὸ τέλος τοῦ κόσμου
Σχίζω μὲ τὰ δόντια τὸν ὑμένα ποὺ τὸν περιβάλλει,
κι ἀντικρίζω τὸ πρόσωπο τοῦ θεοῦ.» 

«Εἶμ’ ὁ Θεὸς κι ὀνειρευόμουν τὸν κόσμο
Αὐτὸς ὁ τρελο-Λάρρυ ποὺ ἔβλεπα ὅτι ἤμουν,
μοῦ τράβηξε τὴ μύτη καὶ μὲ ξύπνησε.»

Κυριακή, 19 Νοεμβρίου 2017

Ὁ Κόσμος Εἶναι Ἕνας Κόκκος Ἄμμου στό Μάτι μου


                          Κάτι μ’ ἐνοχλεῖ στὸ μάτι
Ἐξετάζοντάς το στὸν καθρέπτη διακρίνω ἕνα τρίμμα
Τὸ ξεπλένω καί,
Τὸ λουτρὸ
Τὸ κτίριο
Ἡ γῆ κάτ’ ἀπ’ τὰ πόδια μου, ἐξαφανίζονται.

Βρίσκομαι σ’ ἕνα ἀστραφτερὸ κενὸ
Γυμνὰ ἀνθρώπινα σώματα περπατοῦν στὸν ἀέρα
Ἀνεβαίνουν κατεβαίνουν ἀόρατες κλίμακες
Συναντῶνται συνουσιάζονται
Δὲν ἔχουν ὀφθαλμούς, εἶναι ἀόμματα
Φαντάζονται ὅτι ἀνοίγουν πόρτες
Ὅτι πιάνουν πράγματα
Ζοῦν μέσ’ τὶς ἀντανακλάσεις τοῦ μυαλοῦ τους.

Μετέωροι βράχοι,
περαμένουν μετέωροι ἐπὶ αἰῶνες,
πάν’ ἀπ’ τὴν ἐπιφάνεια τῆς θάλασσας
Τὴ στιγμὴ ποὺ θὰ πέσουν, τὰ μάτια θ’ ἀνοίξουν.

ΜΕΤΑ-ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ
https://www.amazon.com/%CE%91%CE%93%CE%93%CE%95%CE%9B%CE%9F%CE%99-%CE%9A%CE%91%CE%A1%CE%A6%CE%A9%CE%9D%CE%9F%CE%9D%CE%A4%CE%91%CE%99-%CE%9A%CE%95%CE%A6%CE%91%CE%9B%CE%99-%CE%A3%CE%A4%CE%97%CE%9D-%CE%91%CE%A3%CE%A6%CE%91%CE%9B%CE%A4%CE%9F-ebook/dp/B0773PQ8RV/ref=sr_1_1?s=books&ie=UTF8&qid=1511078805&sr=1-1&keywords=Larry+Cool+%CE%91%CE%93%CE%93%CE%95%CE%9B%CE%9F%CE%99

Σάββατο, 18 Νοεμβρίου 2017

Ξημερώνει Ἀνοίγοντας τό Φερμουάρ τ’ Οὐρανοῦ


     Τὸ σῶμα εἶν’ ἕνα ὄνειρο ποὺ ὀνειρεύεται τὸν ἑαυτό του.

Κοιμᾶται τὸ κορίτσι μου
Γιὰ παλάμες ἔχει δύο φωλιές χελιδονιῶν
Μ’ ἕνα πούπουλο,
τοῦ χαϊδεύω τὴν κλειτορίδα καὶ χύνει
Στὴν πόρτα στέκει ὁ Θεὸς καὶ μᾶς κοιτάζει
    Τὸ κορίτσι μου Τοῦ δίνει τὸ μῆλο:
    «Πάρ’ το δὲν τρώγεται, εἶναι χρυσὸ
Mὲ τὸν Λάρρυ ἀποφασίσαμε,
νὰ ἐπιστρέψουμε στὸν Παράδεισο.»

Μὲ σφίγγει ὁ χῶρος ὥσπου μὲ κάνει ἔντομο
Στὶς πτυχώσεις του,
ἐλλοχεύει ἕνα αἰλουροειδές –ὁ πόθος
Ὁρμᾶ τὸ μαῦρο, σαρκοφάγο κτῆνος,
καὶ γλύφει τὸ ὑγρὸ μουνὶ τοῦ κοριτσιοῦ.
Ἀπὸ τὴ βρύση τῆς κουζίνας μπαίνει ἥλιος.

ΑΓΓΕΛΟΙ ΚΑΡΦΩΝΟΝΤΑΙ ΜΕ ΤΟ ΚΕΦΑΛΙ ΣΤΗΝ ΑΣΦΑΛΤΟ
https://www.amazon.co.uk/%CE%91%CE%93%CE%93%CE%95%CE%9B%CE%9F%CE%99-%CE%9A%CE%91%CE%A1%CE%A6%CE%A9%CE%9D%CE%9F%CE%9D%CE%A4%CE%91%CE%99-%CE%9A%CE%95%CE%A6%CE%91%CE%9B%CE%99-%CE%A3%CE%A4%CE%97%CE%9D-%CE%91%CE%A3%CE%A6%CE%91%CE%9B%CE%A4%CE%9F-ebook/dp/B0773PQ8RV/ref=sr_1_1?s=books&ie=UTF8&qid=1510999506&sr=1-1&keywords=Larry+Cool+%CE%91%CE%93%CE%93%CE%95%CE%9B%CE%9F%CE%99

Παρασκευή, 17 Νοεμβρίου 2017

Extraterrestial


Αἴφνης,
βρίσκομαι στὸν κόσμο,
μ’ ἀνθρώπινο σῶμα!

Χωρὶς καμιὰν ἀνάμνηση,
ἀγνώστου ταυτότητος καὶ προελεύσεως,
περιπλανῶμαι ἀναζητῶντας,
τὸ ἄνοιγμα ὅπου ἀπὸ ἀπροσεξία ἔπεσα.

Περνᾶ ἡ ζωή μου μάταια
Ἑτοιμοθάνατος πιά,
ἀνακαλύπτω ὅτι τὸ σῶμα,
εἶναι ἡ πύλη, –τὸ ἄνοιγμα στὸν κόσμο,
ἀπ’ ὅπου φαίνονται οἱ θάλασσες, τ’ ἀστέρια,
καὶ μερικὲς φορές,
τοῦ νοῦ τὸ μυστηριῶδες σέλας.

Τετάρτη, 15 Νοεμβρίου 2017

Σώματα Αὐταναφλέγονται στόν Ὕπνο τους

Μεταλλάσσομαι σὲ στῖλβον ὕδωρ
Μέσα ἀπ’ τὸ πολύπλοκο δίκτυο τῶν σωλήνων,
φθάνω στὸ λουτρό σου
Ἔκπληκτη βλέπεις τὸ νερὸ νὰ παίρνῃ μορφὴ σώματος
Μὲ τὸν κρυστάλλινο φαλλό μου σε βιάζω.

Στὸ δρόμο σοῦ προσφέρω τριαντάφυλλα
Σοῦ εἶμαι ἄγνωστος.

Τὴ νύκτα στὸ ὑπνοδωμάτιό σου,
ἁπλώνεται βαριά, ἡ λιποθυμικὴ εὐωδιά τους
Οἱ μίσχοι τους ἑλίσσονται γύρω ἀπ’ τὰ μέλη σου
Τ’ ἀγκάθια μου,
κεντοῦν στὰ στήθη σου μικρές σταγόνες αἵματος
Ἕνα ῥόδο εἰσδύει μέσα σου κι ἀνθίζει
«Λατρεύω τὸ μουνάκι σου,» σοῦ ψιθυρίζω
Ξυπνᾶς καὶ μὲ βλέπεις ν’ ἀπομακρύνομαι,
πηδῶντας ἀπ’ ἄστρο σ’ ἄστρο.

Σάββατο, 11 Νοεμβρίου 2017

Τά Ποιήματα Ὑπάρχουν ἀπό Πάντα. Οἱ Ποιητές Ἁπλῶς τ’ Ἀνακαλύπτουν


Τὸ κουτὶ τοῦ κόσμου αἴφνης ἀνοίγει,
καὶ πρόσωπα παιδιῶν ἀπὸ πάνω,
κοιτάζουν μὲ περιέργεια μέσα:

Ὁ τραπεζίτης παραχώνει,
τριάκοντα ἀργύρια στὸν σφιγκτῆρα του
Κέρατα βγαίνουν ἀπ’ τὰ μάτια του
Σύρματα ἀπ’ τὸ σῶμα του μαστίζουν τὸν πλανήτη.
Σὲ κάποια τετριμμένη λέξη,
τὰ παιδιὰ προσθέτουν νιτροβάμβακα
Ἀνύποπτος ὁ τραπεζίτης τὴν προφέρει,
κι ἐκρήγνυται στὸ στόμα του
Ἕνας πίδακας geyser ξεπηδᾶ ἀπ’ τὸ κομμένο του λαρρύγγι
Ἐπάνω του χορεύει ἡ τρελο-κεφαλή του.

Χίλιες βροντὲς ταυτόχρονα
Τὰ παιδιὰ μὲ skateboards,
ἀναστρέφονται στὸν ὁρίζοντα,
καὶ οὐρανοδρομοῦν στὸν θόλο ἀνάποδα.

Τό Οἰκοδόμημα




Τὸ οἰκοδόμημα δὲν ὁλοκληρώθηκε ποτὲ
Σύννεφα διασχίζουν τὶς πανύψηλες αἴθουσες
Κύματα ξεπλένουν τὰ πλακόστρωτα. 
     
Στὴ μέση μιᾶς αἴθουσας μὲ καθρέπτες,
εἶν’ ἕνα νησὶ μὲ ἀνθρώπους
Χειρονομοῦν,
φωνάζουν ὅλη τὴ μέρα
Τὶς νύχτες ἀφουγκράζομαι τοὺς λυγμούς τους
Πάνω τους περιφέρονται αντικρυστά,
ὁ ἥλιος καὶ ἡ σελήνη.

Εἶμαι ὁ φύλακας ἐδῶ
Τὰ ἄρβυλά μου ἀντηχοῦν στὶς ἄδειες αἴθουσες
Ποὺ καὶ ποὺ ὁ ἄνεμος,
φέρνει τὸ ἀπόκοσμο τραγούδι μιᾶς γυναίκας.  

Τό Χρῆμα



Ξυπνῶ ἕνα πρωὶ καὶ βρίσκω τὸν οὐρανὸ κτισμένο
Ἀναρίθμητοι κρυστάλλινοι θόλοι,
χιλιάδες ὑάλινα πατώματα
Παγιδευμένα τὰ πουλιά,
προσκρούουν παντοῦ καὶ πέφτουν νεκρά.

Βλέπω τοὺς πάντες νὰ μετροῦν χρήματα
Βλέπω καὶ τὴ θεία μου,
ταριχευμένη μὲ χαρτονομίσματα
«Τὸ χρῆμα ἀνεψιέ, τὸ χρῆμα!
Πωλήσαμεν τὸν οὐρανό!»

Τὸ ξέρω ὅτι ὅλα εἶναι στὸ μυαλό μου
Πῶς νὰ διαφύγω;
Ὅπου κι ἄν πάω εἶμαι ἡ φυλακή μου
Κρράκ!
Μ’ ἕναν ἐκκωφαντικό τριγμό,
τὸ στερέωμα ῥαγίζει σὲ χίλια κομμάτια.


Η ΤΕΧΝΗ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΜΙΚΡΟΤΕΡΟ ΑΠ’ ΤΑ ΚΑΚΑ ΠΟΥ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΚΑΝΕΙ Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ: