Πέμπτη, 3 Ιανουαρίου 2013

Στήν Ἐποχή τοῦ Ὑδροχόου



Ξυπνῶ μέσα στὴν ἄγρια νύχτα
Ἀπὸ τοὺς τοίχους, τὸ πάτωμα,
ἀναβλύζουν νερά.

Κτυπῶ στὸ διπλανὸ διαμέρισμα
Ἕνα γυμνὸ κορίτσι ἀνοίγει
«Τὰ πάντα ῥεῖ!» λέω θορυβημένος
«Εἶν’ ἡ συνείδησή σου» μὲ καθησυχάζει
»Ῥέοντας ἀδιάκοπα,
σχηματίζει κι ἀφανίζει τοῦ κόσμου τὶς μορφὲς»
Στεκόμαστε μέχρι τὴ μέση στὸ νερὸ
Διστακτικὰ ἀγγίζω τὸ αἰχμηρό της στῆθος
Ἀμέσως τὸ εἴδωλο διαλύεται σὲ κύκλους.

Βγαίν’ ἡ πανσέληνος, φωτίζονται τὰ νερὰ
Μιὰ θαλάσσια χελώνα,
–ἡ συνείδησή μου,
διασχίζει ἤρεμα τὸ πλημμυρισμένο δωμάτιο.