Κυριακή, 9 Δεκεμβρίου 2012

Ἡ ἄγ(ρ)ια Νύκτα τῶν Ἐξεγερμένων




Τὰ πρόσωπα τῶν παιδιῶν σχίζονται
Ὀγκώδη μάρμαρα προβάλλουν ἀπὸ μέσα
Τὰ ἐξορύσσουν ἀπ’ τὰ σπλάγχνα τους,
γιὰ νὰ οἰκοδομήσουν τὴ νέα πόλη.

Μπροστά μου τρέχει μία καλλίπυγος ἐπαναστάτις
Καταφεύγουμε λαχανιασμένοι στὰ Προπύλαια
«Ποιὰ εἶσαι; Βγάλε τὴ μάσκα νὰ σἐ δῶ»
Κατεβάζει τὸ blue jean, «φίλησέ μου το»
Τῆς γλείφω τὸ αἰδοῖο κοιτάζοντάς την στα μάτια
Μέσα ἀπὸ τὴν ἀντιασφυξιογόνο μάσκα,
ἀκούγεται ὁ ῥόγχος τῆς ἀναπνοῆς της.

Κραάκ! μὲ μιὰ πέτρα μοῦ σπάζει τὸ κάτοπτρο τοῦ νοῦ
Τὸ εἴδωλο τοῦ κόσμου κερματίζεται
Μυριάδες ἀπαστράπτοντα κρύσταλλα στροβιλίζονται
Ἕνα ἀηδόνι βρυχᾶται,
προσδίδοντας πρωτάκουστο νόημα στὸν κόσμο.