Σάββατο, 24 Φεβρουαρίου 2018

Τίς Νύχτες τά Σώματά μας Ἀνελκύονται ἀπ’ τ’ Ἄστρα



Φσς.., ἀπὸ τοὺς πόρους τῆς νύχτας διεισδύει,
παράνοια στὴ Μητρόπολη
Σώματα ἐμμανῆ ἀλληλοσφάζονται στοὺς δρόμους
Πηκτὴ βλακεία ῥέει ἀπ’ τὶς πληγές τους
Καρφώνουν τὸν Χριστὸ πρηνῆ στὴν ἄσφαλτο,
κι ὁ clown Trump τὸν σοδομεῖ ἀγρίως.

«Δὲν θέλω νὰ μοῦ γράφῃς ποιήματα,»
φωνάζει θυμωμένο τὸ κορίτσι μου
»τὴν Ποίηση ἀγαπᾶς κι ὄχι ἐμένα!»
Ἀνοίγω τὰ μάτια
Τὰ τρίβω τὰ νίβω τ’ ὄνειρο δὲν σταματᾶ
Βλέπω ὅτι τάχα εἶμ’ ἕνα σῶμα,
ποὺ ὀνομάζεται Larry ποὺ γράφει ποιήματα.

Φτεροῦγες βγάζει τὸ κεφάλι μου καὶ φεύγει
Ἕνα κυπαρίσσι φυτρώνει στὴ θέση του
Μέσ’ τὴ χοντρή μου κοιλιὰ -χό, χό, χοό!
μεταφέρω λαθραῖα τὸν καινούργιο θεό.

Σάββατο, 17 Φεβρουαρίου 2018

Με Χίλια Μάτια θα σε Δω, με Χίλια Στόματα θα σε Καταβροχθίσω.


(απόσπασμα)
...σηκώνοντας το βλέμμα βλέπω τον Larry στο άνοιγμα της πόρτας· φαίνεται χαμένος, έχει βλέμμα αλλοπαρμένου· δεν κρατά τίποτε στα χέρια· «πού είναι το αλεύρι;» τον ρωτώ· «ποιος το γαμεί το αλεύρι...» συνοφρυώνομαι· κάτι δεν πάει καλά· πλησιάζει, με πιάνει από τους ώμους, και μ’ ένα αλλόκοτο χαμόγελο, λέει: «αδελφέ, δεν θα το πιστέψεις! εκεί που επέστρεφα με τη σακούλα το αλεύρι, γωνία Parkway και Camden Street, ξέρεις, εκεί που είναι η Royal Bank of Scotland, –δεν θα το πιστέψεις, αδελφέ– πέφτω πάνω στο θεό· halleluia!» «σε ποιόν;» «μαλάκα μου..,» σηκώνει ψηλά τα χέρια: «είδα τον θεό αυτοπροσώπως·» το βλέμμα μου σκοτεινιάζει· «‘Larry τέκνον μου,’ μου λέει· ‘ο κόσμος που δημιούργησα είχε τραγική κατάληξη· απέτυχα οικτρά και παραιτούμαι· θέλεις να δοκιμάσεις εσύ να δημιουργήσεις έναν καλύτερο;’ ‘εγώ;! εγώ θεέ μου δεν είμαι παρά ένας ταπεινός πορνογράφος· πώς είναι δυνατόν να δημιουργήσω έναν κόσμο;’ ‘μην υποτιμάς τον εαυτό σου, Larry· είσαι ποιητής σαν κι εμένα· κι εμείς οι ποιητές ποιούμε κόσμους· αυτή είναι η δουλειά μας· εν αρχή ην ο λόγος –κυριολεκτικά! και όχι μόνο στην αρχή αλλά και στη συνέχεια· όλα λόγος είναι· επινόησε κι απλά πρόφερε πρωτάκουστα ονόματα· δημιούργησε δια του λόγου σου –όπως έκανα κι εγώ εξάλλου– έναν πρωτοφανή ήλιο, μια αμεταχείριστη γη, πρωτότυπους ανθρώπους, καινοφανή φυτά και ζώα, όλα λαμπρά και όμορφα, όλα νέα·’» «Larry, πού είναι το αλεύρι;» δεν μου δίνει σημασία· «‘φοβάμαι θεέ μου,’ του λέω· ‘δεν είμαι ικανός για ένα τόσο μεγάλο έργο·’ ‘μη φοβού, τέκνον Larry· αμήν λέγω σοι, ο κύριος μετά σού·’ ‘αληθώς θεέ μου;’ ‘αληθώς, τέκνον Larry·’» «πού είναι το αλεύρι;» «...και επιθέτοντας τας χείρας επί της κεφαλής μου, κλακ! ανάβει μέσα μου έναν αντιαεροπορικό προβολέα 5000 watt· μαλάκα μου! φωτίστηκα· είμαι φωτισμένος τώρα· enlightened, σου λέω! halleluia man!» «τ’ αλεύρι, Larry!»  «και πέφτω στα γόνατα και με δάκρυα στα μάτια τού λέω: ‘σ’ ευχαριστώ, θεέ μου· πώς να σου δείξω την ευγνωμοσύνη μου; δεν έχω τίποτε άλλο να σου δώσω παρά μόνο τούτη εδώ τη σακούλα με τ’ αλεύρι· σε παρακαλώ, δέξου την προσφορά μου· να, ορίστε·’ κι αμέσως ο θεός ξαναπαίρνει τη μορφή τού τζαμαϊκανού απ’ όπου ψωνίζω συνήθως·» μένω άναυδος· μου ’ρχεται σκοτοδίνη· «καλά, έδωσες το αλεύρι στον dealer για να πάρεις μαριχουάνα;!» «ποιος το γαμεί το αλεύρι! εδώ μου έδωσε τη φώτιση να δημιουργήσω έναν ολόκληρο κόσμο·» «τί θα φάμε τώρα, Larry?» δεν ακούει· σωριάζομαι εξουθενωμένος στην πολυθρόνα με άδειο από σκέψεις μυαλό, με κενό από αισθήματα σώμα· ...............................................................................................................................
...ανοίγω την πόρτα τού Larry, είναι σκοτεινά, τον βλέπω γερμένο έξω απ’ τ’ ανοιχτό παράθυρο κρατώντας στ’ αυτί ένα μεγάλο χωνί παλιού γραμμοφώνου στραμμένο προς τον έναστρο ουρανό, ενώ με τ’ άλλο χέρι σημειώνει κάτι παράξενα σύμβολα σ’ ένα τετράδιο πάνω στο τραπέζι· «Larry?» «σστ..!» έχει το γνωστό αλλοπαρμένο του ύφος· μου κάνει νόημα να πλησιάσω και βάζει το χωνί στ’ αυτί ψιθυρίζοντας: «αφουγκράσου·» «τί;» «τον απόηχο του big bang·» μένω άφωνος· με πιάνει απ’ τους ώμους, με κοιτάζει κατάματα και σε εμπιστευτικό ύφος: «Soma, φίλε μου· αυτή τη στιγμή που σου μιλώ, το big bang βρίσκεται εν πλήρη εξελίξει· αυτά εδώ τα σώματά μας είναι ένα απειροελάχιστο προϊόν τών συμπαντικών διαδικασιών, όπως και τα λόγια που σου λέω αυτή τη στιγμή και οι σκέψεις που κάνουμε και τα αισθήματα που αισθανόμαστε· όλα είναι έργα, πράξεις κι ενέργειες του κοσμικού big bang· και το big bang έγινε με το που άνοιξε ο θεός το στόμα του και είπε, ‘γενηθήτω φως» και θα τελειώσει με το που θα πει: ‘γαμηθήτω όλα!’ είπε λοιπόν, ‘γενηθήτω φως» και τα υπόλοιπα ήταν απλά επτά ημέρες ακατάσχετη λογοδιάρροια· αφού λοιπόν το βασικό συστατικό τού κόσμου είναι ο λόγος, δια του λόγου και πάλι θα δημιουργήσουμε τον καινούργιο· λογικό; απολύτως·» με μια δραματική κίνηση υψώνει τα χέρια· «άνθρωπε! με το χωνί συλλέγω τον λόγο τού θεού απ’ τ’ άστρα· ακούω την ηχώ τής φωνής του που φθάνει ως εδώ διασχίζοντας τους αιώνες, την καταγράφω και την αποκρυπτογραφώ· σπουδάζω τη γλώσσα τής δημιουργίας, Soma! καταλαβαίνεις;» «με το χωνί;» με κοιτάζει με ειλικρινή απορία· «γιατί τί έχει; μην καταφρονείς ένα ταπεινό χωνί! κάνει δουλειά αυτό το χωνί·» με πιάνει πάλι απ’ τους ώμους και σε δραματικό τόνο: «αδελφέ, είσαι έτοιμος ν’ ακούσεις την μεγάλη αλήθεια;» κάνει μια παύση για να τονίσει αυτό που πρόκειται να πει και, «δεν υπάρχουμε! είμαστε λόγος –δέσμες αρμονικών συχνοτήτων· ο κόσμος που ζούμε, δεν υπάρχει! είναι ακροαματισμός, φρεναπάτη· τα πάντα είναι ομιλίες, βόμβοι και κρότοι, τριγμοί-σφυρίγματα-ζουζουνίσματα-φταρνίσματα· από έμβρυα ακόμη, ακούμε θορύβους και ήχους, μας δημιουργείται η ψευδής βεβαιότητα ότι εκεί έξω υπάρχει κόσμος και όταν βγαίνουμε νομίζουμε ότι τον βλέπουμε·» «Larry..,» «halleluiah! ακούω το λόγο τού θεού και καθ’ υπαγόρευσή του γράφω την καινούργια γλώσσα· συλλαμβάνεις την κλίμακα τού εγχειρήματος; σε συνεργασία με το θεό ποιώ τον μετα-κόσμο όπου θα ζήσουμε ελεύθεροι από εξουσίες·» «Larry, τί θα φάμε απόψε;» «εγώ σού μιλώ για την ελευθερία, άνθρωπε! καταλαβαίνεις τί σου λέω; επί γης ελευθερία κι αναρχία· halleluiah, ξύπνα άνθρωπε!» αναφωνεί με δακρυσμένα απ’ τη συγκίνηση τα μάτια και τινάζει ψηλά τα χέρια του σαν να τινάζει ένα σεντόνι· δεν ακούει· βρίσκεται αλλού· έκθαμβος ψαύει με τα δάχτυλά του το κενό ψιθυρίζοντας εκστατικά: «ψηλαφώ τα αιθέρια πέπλα τής νύχτας που σαλεύουν στην πνοή τού θεϊκού λόγου...» 

Σάββατο, 10 Φεβρουαρίου 2018

Déjà vu

Image may contain: sky, shoes, grass and outdoor
Κωνσταντίνος 'Aρχανιώτης, Reflection

Παραδίδω τὸ ἑπόμενο μάθημα
Ξαφνικὰ κάτι βίαιο καὶ ἀνεξήγητο,
συστρέφει τὸ σῶμα μου,
στρεβλώνει τὸ πρόσωπό μου
Στέκω ἔτσι
Ἄνευ αἰτίας, ἄνευ νοήματος
Σὰν κάτι ξένο ποὺ δὲν θα ’πρεπε να ὑπάρχει στὸν κόσμο.

Φθάνω σπίτι μου παραπατῶντας
Δοκιμάζω τὸ κλειδὶ ἀλλὰ δὲν ταιριάζει
Μοῦ ἀνοίγει μιὰ ἄγνωστη ποὺ κρατᾶ ἕνα βρέφος
Μιλᾶ ταραγμένα, καταλαβαίνω ἐλάχιστα
Ἰσχυρίζεται ὅτι εἴμαστε σύζυγοι
Τραυλίζω ἀκατανόητα
Αὐτὴ τὴν ζωή τὴν ἔχω ζήσει κάποτε.