Πέμπτη, 3 Ιανουαρίου 2013

Παράνοια


Καθένας σχίζει ἕνα κομμάτι ὁρίζοντα,
Καὶ ῥάβει μόνος του τὸ στενό του κοστούμι
Ὁ οὐρανὸς ἔχει κατέβει τόσο χαμηλά,
Ποὺ δὲν χωροῦμε πλέον ὄρθιοι, βαδίζομε σκυφτοὶ
Στόματα ἀνοίγουν ξαφνικὰ στὴν ἄσφαλτο,
Ἐλευθερώνοντας θαμμένες κραυγές,
Καὶ ξανακλείνουν.

Ὁ πρωθυπουργὸς κηρύσσει τὴ χώρα,
Σὲ κατάσταση ἀπόλυτης παράνοιας
-«Χαρίστε μου μιὰ σάρπα ἀπὸ ἄνεμο» ἐκλιπαρεῖ
Ἕνας τραπεζίτης τοῦ γλείφει τὸν βολβὸ τοῦ ὀφθαλμοῦ
Ἕνας γδαρμένος λαγὸς περνᾶ μὲ ἅλματα.

Μέσ’ τὸ κρανίο μου, ἰκριώματα
Μικροσκοπικοὶ τεχνίτες,
Οἰκοδομοῦν ἕναν κόσμο χωρὶς ἐξουσίες
Ὁ παλιὸς χάνεται μ’ ἕναν βορβορυγμό,
Στὶς δῖνες τῶν ματιῶν μου.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου