Παρασκευή, 11 Μαρτίου 2011

Ἡ μάντις



Ἀέρας εἶμαι, εἰσδύω στὰ ἀνθρώπινα σώματα
Καμένα εἶναι ἐσωτερικὰ
Ῥημαγμένοι ναοὶ
Ἰλὺς ἀπὸ αἷμα καὶ τέφρα.

Ἀνθρώπινα σώματα ἀσάλευτα στὴ βροχὴ
Μὲ βαλίτζες στὰ χέρια, μὲ βρέφη στὴν ἀγκαλιὰ
Ἕτοιμα ν’ ἀναχωρήσουν
Γιὰ ποῡ, πῶς θὰ σωθοῦν
Τὰ νερὰ κατέκλυσαν τὴ γῆ, κι ἀνεβαίνουν.

Στὶς λάσπες σφαδάζει  ἀπ’ τὶς ὠδῖνες,
Γυμνὸ τὸ κορμὶ μιᾶς ἐγκύου ἐφήβου
Γύρω τὸ πλῆθος βουβὸ προσμένει
Τὸ κορίτσι βυθίζει τὰ δάκτυλα στὴν κοιλιά του,
Κι ἀπότομα τὴν σχίζει
Φέροντας στὸ φῶς τὸν νέο κόσμο!

Ἡ τελευταία της πνοὴ πεταλουδίζει μέσα μου
Ἀέρας εἶμαι, τὴν ἐλπίδα σᾶς μεταφέρω.