Τρίτη, 26 Ιουνίου 2012

Ὀνειρεύομαι ὅτι Ζῶ


Βγαίνω ἀπὸ τὸν σιδηροδρομικὸ σταθμὸ
Εἶναι μιὰ πόλη ἔρημη,
μὲ θολωτὲς στέγες καὶ σκυθρωπὰ κτήρια
Περιπλανῶμαι στοὺς δρόμους,
κρατῶντας μιὰ φθαρμένη δερμάτινη βαλίτζα
Ἐπισκέπτομαι τὰ μουσεῖα, τὶς ἐκκλησίες.

Τὴν ὥρα ποὺ νυχτώνει καταλήγω σ’ ἕνα δωμάτιο
Ὅλα εἶναι θαμμένα στὴ σκόνη
Ἀναγνωρίζω τὸ τραπέζι,
τὰ σκεύη,
τὴν κουνιστὴ πολυθρόνα
Ἐπάνω στὸ τραπέζι ο στυλογράφος,
τούτο τὸ ποίημα ποὺ τελειώνει ἐδῶ...

Μὲ καταλαμβάνει ἀφόρητο ἄγχος
Ἐπέστρεψα μετὰ ἀπὸ χρόνια γιὰ νὰ τὸ τελειώσω
Παίρνω τὸν στυλογράφο καὶ «καθώς στρέφομαι,
ντικρίζω ναν ξένο:
Τό εδωλό μου στόν παλιό καθρέφτη.»