Κυριακή, 9 Δεκεμβρίου 2012

Τὶς νύκτες βγάζει τὸ δέρμα της


Ὑπάρχει κάποια γυναίκα,
Ποὺ βγάζει τὸ δέρμα της ὅπως βγάζομε τὸ pull-over
Μέσα εἶναι διαυγής· αἰθέρας.

Τὶς νύκτες εἰσδύει στὸ σῶμα μου ποὺ κοιμᾶται
Μαθαίνει τὰ μυστικά του, γίνεται ὄνειρο
Καθὼς τὸ ἄρωμά της διαχέεται στὰ μέλη μου,
Συσπᾶται ὁ φαλλὸς καὶ ἀναβρύζει σπέρμα.

Διασχίζει τὶς ἀλέες διαθλῶντας τὸ σεληνόφως
Εἰσχωρεῖ στὸ ὑπνοδωμάτιο ἑνὸς τραπεζίτου
Πάχνη καλύπτει τοὺς καθρέπτες
Τὰ βλέφαρα καὶ τοὺς κροτάφους του
Τὴν αὐγὴ οἱ φρουροί του τὸν βρίσκουν νεκρό.

Στὸ καφὲ Φλοράλ· τὴν ἀναγνωρίζω ἀπ’ τ’ ἄρωμα
-«Ὑπάρχεις ἤ σὲ φαντάζομαι;» τὴν ῥωτῶ
-«Ποτὲ δὲν θὰ μάθῃς τί εἶναι ἔξω ἀπ’ τὸ δέρμα σου,
Ἄν δὲν βγῇς ἀπ’ αὐτὸ» ἀπαντᾶ.