Τετάρτη, 8 Οκτωβρίου 2014

Ξημερώνει ἀνοίγοντας τὸ φερμουὰρ τοῦ οὐρανοῦ

Τὸ σῶμα εἶν’ ἕνα ὄνειρο,
Ποὺ ὀνειρεύεται τὸν ἑαυτό του.

Κοιμᾶται τὸ κορίτσι μου
Γιὰ παλάμες ἔχει δύο φωλιές χελιδονιῶν
Μ’ ἕνα πούπουλο,
Τοῦ χαϊδεύω τὴν κλειτορίδα καὶ χύνει
Στὴν πόρτα στέκει ὁ Θεὸς καὶ μᾶς κοιτάζει
   Τὸ κορίτσι μου Τοῦ δίνει τὸ μῆλο:
-«Πάρ’ το· δὲν τρώγεται, εἶναι χρυσὸ
   Θὰ ἐπιστρέψω μὲ τὸν Λάρρυ στὸν Παράδεισο.»

Μὲ σφίγγει ὁ χῶρος ὥσπου μὲ κάνει ἔντομο
Στὶς πτυχώσεις του,
Ἐλλοχεύει ἕνα αἰλουροειδές, ὁ πόθος μου
Ὁρμᾶ τὸ σαρκοφάγο θηρίο,
Καὶ γλύφει τὸ ὑγρὸ μουνὶ τοῦ κοριτσιοῦ
Ἀπὸ τὴ βρύση τῆς κουζίνας μπαίνει ἥλιος.