Παρασκευή, 20 Ιουλίου 2012

Τὸ σπίτι τῶν ψυχῶν



Βαδίζω σὲ μιὰ χιονισμένη κοιλάδα
Καὶ ξαφνικὰ ἀντιλαμβάνομαι,
Ὅτι τ’ἀποτυπώματά μου εἶναι μπροστά,
Ὅτι τὸ μέλλον μου εἶναι προδιαγεγραμμένο.

Τὰ ἴχνη μου ὁδηγοῦν σ’ἕνα μοναχικὸ σπίτι
Μπαίνω, καὶ φρρ..! σμήνη πεταλούδων ἀφίπτανται
Στὸ δάπεδο ἕνα γυμνό, δεκάχρονο κορίτσι,
Σπαρταρᾶ ἀπὸ ἡδονὴ
Στὰ χείλη, στὶς θηλές, στὴν κλειτορίδα της,
Συνωθοῦνται χρυσαλλίδες
Ἀπὸ πόθο τρέμουν τὰ φτερά τους.

Ἀπ’τὸ παράθυρο βλέπω τὶς νιφάδες,
ποὺ λιώνουν πάνω ἀπ’τὴ φλεγόμενη πόλη
-«Δὲν εἶσαι ’σὺ ποὺ κοιτάζεις τὸν κόσμο,» λέει
«Εἶναι ὁ κόσμος ποὺ ἀντικρίζει τὸν ἑαυτό του»
Καὶ μὲ κυκλώνουν οἱ ψυχὲς μὲ τὶς πτερωτὲς λεπίδες,
Καὶ μοῦ κατασχίζουν τὰ μάτια.