Κυριακή, 12 Δεκεμβρίου 2010

Ὁ Κόσμος Εἶναι Ἕνας Κόκκος Ἄμμου στό Μάτι μου


Κάτι μ’ ἐνοχλεῖ στὸ μάτι
Ἐξετάζοντάς το στὸν καθρέπτη διακρίνω ἕνα τρίμμα
Τὸ ξεπλένω καί,
Τὸ λουτρὸ
Τὸ κτίριο
Ἡ γῆ κάτ’ ἀπ’ τὰ πόδια μου, ἐξαφανίζονται.

Βρίσκομαι σ’ ἕνα ἀστραφτερὸ κενὸ
Γυμνὰ ἀνθρώπινα σώματα περπατοῦν στὸν ἀέρα
Ἀνεβαίνουν κατεβαίνουν ἀόρατες κλίμακες
Συναντῶνται συνουσιάζονται
Δὲν ἔχουν ὀφθαλμούς, εἶναι ἀόμματα
Φαντάζονται ὅτι ἀνοίγουν πόρτες
Ὅτι πιάνουν πράγματα
Ζοῦν μέσ’ τὶς ἀντανακλάσεις τοῦ μυαλοῦ τους.

Μετέωροι βράχοι,
περαμένουν μετέωροι ἐπὶ αἰῶνες,
πάν’ ἀπ’ τὴν ἐπιφάνεια τῆς θάλασσας
Τὴ στιγμὴ ποὺ θὰ πέσουν, τὰ μάτια θ’ ἀνοίξουν.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου