Κυριακή, 12 Δεκεμβρίου 2010

Ἄγγελοι Καρφώνονται μέ τό Κεφάλι στήν Ἄσφαλτο


Ἐγκαταλείπω τὴν πόλη τελευταῖος
Παίρνω μόνο,
τὸν σάκκο μὲ τὴ συνείδησή μου.

«Ἀπὸ ’δῶ!» –μιὰ νεαρὴ γυναίκα μὲ τραβᾶ ἀπ’ τὸ χέρι
Ἀνεβαίνουμε μιὰν ἀπότομη σκάλα
Φθάνουμε σ’ ἕνα στενὸ δωμάτιο
Κάθεται πάνω μου γλιστρῶντας μέσα της τὸ πέος μου
Δίπλα μου ἕνα βρέφος ἀρχίζει νὰ κλαίει
Τὸ παίρνει καὶ τὸ θηλάζει,
χωρὶς νὰ διακόψῃ τὴ συνουσία.

Καπνίζω στὸ σκοτάδι
«Ὁ κόσμος καταρρέει» ψιθυρίζω
«Κόσμος εἶναι ἡ συνείδησή σου,»
λέει κι ἀδειάζει τὸν σάκκο μου ἀπ’ τὸ παράθυρο
Φόβοι, ἐπιθυμίες, ἀναμνήσεις μιᾶς ζωῆς,
σκορποῡν στὸν ἄνεμο.

Χωρὶς συνείδηση,
χωρὶς κεφάλι,
τρέχω στοὺς δρόμους χειρονομῶντας παράφορα
Μιὰ βουερὴ γαλάζια φλόγα,
ἐξέρχεται μ’ ὁρμὴ ἀπὸ τὸ στόμιο τοῦ λαιμοῦ μου
Τὸ κούφιο σῶμα μου εἶναι καμίνι διάπυρο.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου