Κυριακή, 12 Δεκεμβρίου 2010

Ἕνας Τάρανδος Σπρώχνει τή Συννεφιά μέ τά Κέρατα


Κοιμῶμαι
Μαῦρες νιφάδες πέφτουν στὴν ἄβυσσο ἐντός μου
Κάτω ἀπ’ τὸ κρεβάτι δύο μικρὲς φιλιοῦνται
«Μούσκεμα εἶναι τὸ μουνί σου»
«Σστ, μέσ’ ἀπ’ τ’ ἀπαρέμφατο ‘θεᾶσθαι,’
κρυφοκοιτάζει ὁ Θεός.»

Κράκ! ὁ τραπεζίτης Λεβιάθαν θραύει,
ἀνθρώπινα κρανία στὰ σαγόνια του
Μαινόμενος καταβροχθίζει τὰ ἴδια του τὰ χέρια
Τὰ πόδια του, τὰ σπλάγχνα του
Ἀπομένει ἕνα στόμα στὸ χῶμα π’ οὐρλιάζει.

Ὑπνοβατῶ στὴν ἔρημη Ἀθήνα
«Ἀναζητῶ τὸ σῶμα μου,»
ψιθυρίζει ἀπ’ τὰ χείλη μου ὁ Θεὸς
Μὲ κάτι ψηλὰ καλάμια αὐτὲς οἱ πονηρὲς μικρές,
ῥοφοῦν τὸ σεληνόφως.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου