Δευτέρα, 11 Δεκεμβρίου 2017

Τυφλός ἐκ Γενετῆς


Τὰκ-τὰκ κτυπῶ μὲ τὸ ῥαβδὶ τὸ πεζοδρόμιο
Ἐλέγχω ἄν ὄντως ὑπάρχει ὁ κόσμος
Ἄν εἶναι ὄνειρο.

«Ἔλα,» μὲ καλεῖ μιὰ αἰσθησιακὴ φωνὴ
Τὴν ἀκολουθῶ σ’ ἕνα πνιγηρὰ ζεστὸ δωμάτιο
«Ἄγγιξέ με, εἶμαι γυμνή»
Κατευθύνει τὸ χέρι μου στὶς θηλές, στὸ αἰδοῖο της
«Ποιὰ εἶσαι;»  «Ἡ φωνὴ
μεταμορφώνομαι σὲ ὅ,τι φαίνεται, σὲ ὅ,τι βλέπουν,
σὲ ὅ,τι ἐκλαμβάνουν ὡς κόσμο οἱ ἄνθρωποι.»

Τάκ! μὲ τὸ ῥαβδί μου,
ὁ κόσμος θρυμματίζεται σὲ μυριάδες ψηφίδες
Καταρρέουν στὴν ἄβυσσο
Βρίσκομαι στὸ κενὸ
Δυὸ ἥλιοι εἶναι σφηνωμένοι στὰ τυφλά μου μάτια
Ἀπὸ τὰ πέλματά μου βρέχει.

ΑΓΓΕΛΟΙ ΚΑΡΦΩΝΟΝΤΑΙ ΜΕ ΤΟ ΚΕΦΑΛΙ ΣΤΗΝ ΑΣΦΑΛΤΟ
Μεταλλογοτεχνία

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου