Κυριακή, 10 Δεκεμβρίου 2017

Ἕνας Τάρανδος Σπρώχνει τή Συννεφιά μέ τά Κέρατα



Κοιμῶμαι
Μαῦρες νιφάδες πέφτουν στὴν ἄβυσσο ἐντός μου
Κάτω ἀπ’ τὸ κρεβάτι δύο μικρὲς φιλιοῦνται
«Μούσκεμα εἶναι τὸ μουνί σου»
«Σστ, μέσ’ ἀπ’ τ’ ἀπαρέμφατο ‘θεᾶσθαι,’
κρυφοκοιτάζει ὁ Θεός.»

Κράκ! ὁ τραπεζίτης Λεβιάθαν θραύει,
ἀνθρώπινα κρανία στὰ σαγόνια του
Μαινόμενος καταβροχθίζει τὰ ἴδια του τὰ χέρια
Τὰ πόδια του, τὰ σπλάγχνα του
Ἀπομένει ἕνα στόμα στὸ χῶμα π’ οὐρλιάζει.

Ὑπνοβατῶ στὴν ἔρημη Ἀθήνα
«Ἀναζητῶ τὸ σῶμα μου,»
ψιθυρίζει ἀπ’ τὰ χείλη μου ὁ Θεὸς
Μὲ κάτι ψηλὰ καλάμια αὐτὲς οἱ πονηρὲς μικρές,
ῥοφοῦν τὸ σεληνόφως.

ΑΓΓΕΛΟΙ ΚΑΡΦΩΝΟΝΤΑΙ ΜΕ ΤΟ ΚΕΦΑΛΙ ΣΤΗΝ ΑΣΦΑΛΤΟ
Μεταλλογοτεχνία

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου