Κυριακή, 24 Δεκεμβρίου 2017

Θά φᾶμε ὁ ἕνας τόν ἄλλο!»

(ἕνα Χριστουγεννιάτικο, τρυφερὸ διήγημα στοὺς ἄγριους καιροὺς ποὺ ζοῦμε)


Συναντῶ τὸν κ. Ἀναγνώστου, τὸν διαχειριστὴ τῆς πολυκατοικίας, στὸ ἀσανσὲρ καὶ κατεβαίνουμε μαζί.
«Καλὰ Χριστούγεννα κύριε Ἀναγνώστου, τί κάνετε;»
«Καλὰ Χριστούγενννα Λάρρυ παιδί μου, ἐσὺ πῶς εἶσαι; Ἡ Μαρία καλά;»
«Μιὰ χαρά, μιὰ χαρά…»
«Τώρα πᾶς δουλειά;»
«Ὄχι· εἶμαι βραδυνὸς σήμερα. Πάω στὸ super market ν’ ἀγοράσω τὴ γαλοπούλα γιὰ αὔριο…
Σιωπή· ἡ γνωστὴ ἀμηχανία τοῦ ἀσανσέρ.
«Πῶς βλέπετε τὴν κατάσταση κ. Ἀναγνώστου;» ῥωτάω.
«Χάλια. Ἀπ’ τὸ κακὸ στὸ χειρότερο. Ὅπως πᾶμε, θὰ φᾶμε ὁ ἕνας τὸν ἄλλο…»
«Χά-χά! Ἔ, ὄχι δά!»
«Ἄκου ποὺ σοῦ λέω, ἄκου ποὺ σοῦ λέω, παιδί μου…»

Ἦταν ὡραία ἡ μέρα.
Σὲ δέκα λεπτὰ ἤμουν στὸν “Βασιλόπουλο” στὴ Μαυρομιχάλη καὶ ψώνιζα. Κι ἐκεῖ ποὺ ἔσκυβα καὶ διάλεγα μιὰ φθηνή, ὡραία κατεψυγμένη γαλοπούλα, περνάει μιὰ κυρία μ’ ἕνα πιτσιρίκι, μὲ βουτᾶ ἀπ’ τὸ σβέρκο καὶ μὲ βάζει στὸ καρότσι λέγοντας στὸ σκατόπαιδό της:
«Αὐτὸν θὰ φᾶμε για γαλοπούλα, καὶ μὴ πεῖς ὄχι.»
Ὁ μικρὸς μὲ κοιτᾶ μοχθηρὰ καὶ λέει: «Ἐγὼ δὲν τὸν τρώω αυτόν. Δὲν μ’ ἀρέσει.»
«Θὰ τὸν φᾶς καὶ θὰ πεῖς κι ἕνα τραγούδι.»
«Ὄχι, ὄχι, ὄχι! Δὲν μ’ ἀρέσει, εἶναι μαλλιάς.»
Προσβλήθηκα.
«Γιατί ῥὲ μαλακισμένο; Λίγος σοῦ πέφτω; Κοίτα ’δῶ» καὶ τοῦ δείχνω τὸ μπράτσο μου. «Πιάσε νὰ δῇς.»
«Μαμὰ μὲ εἶπε “μαλακισμένο”»
«Ἀφοῦ εἶσαι,» τοῦ ἀπαντᾶ.
«Κυρία μου, ὁ γιός σας εἶναι κακομαθημένος.»
«Δὲν σοῦ δίνω τὸ δικαίωμα.»
Στὸ ταμεῖο ἡ ταμίας μὲ πέρασε ἀπὸ τὸ λέϊζερ καὶ εἶπε ὅτι δὲν εἶμαι προϊόν τοῦ καταστήματος κι ἔτσι δὲν μὲ χρέωσε. Ὅλοι χαρήκαμε ποὺ ἤμουν τσάμπα πράμα σὲ καιρὸ οἰκονομικῆς κρίσης.

Μὲ μεταφέρουν σπίτι τους καὶ μὲ βάζουν στὸν φοῦρνο μὲ πατάτες. Ἦταν ἐκεῖ κι ἕνα σατανικὸ κοριτσάκι –ἡ μικρὴ ἀδερφὴ τοῦ ἀγοριοῦ. Ἡ μάνα τους πηγαίνει στὸ ἄλλο δωμάτιο ν’ ἀλλάξει.
Μπήγω τὶς φωνές: «Κυρία, κυρία βοήθεια!» καταφθάνει, «τὰ παιδιά σας μὲ χτυπᾶνε μὲ τὶς κουτάλες!»
Τρέχει καὶ τοὺς ἁρπάζει τὶς κουτάλες ἀπ’ τὰ χέρια.
«Τὸ φαγητὸ εἶν’ εὐλογημένο ἀπ’ τὸ Θεό. Γιατί χτυπᾶτε;»
«Τρώει τὶς πατάτες ποὺ μᾶς ἀρέσουν,» λένε τὰ σκατόπαιδα μουτρωμένα.
«Τρῶς τὸ φαγητὸ τῶν παιδιών;! Σὰ δὲ ντρέπεσαι, ἀναίσθητε!»
«Πεινάω.»
«Καλὰ σοῦ κάνανε,» λέει καὶ ξανακλείνει νευριασμένη τὴν πόρτα τοῦ φούρνου.

Σιγόψηνόμουνα ποὺ λέτε μέσ’ τὸ σκοτάδι χωρὶς ἐλπίδα σωτηρίας καὶ τὸ ’χα πάρει ἀπόφαση ὅτι θὰ εἶμαι τὸ χριστογεννιάτικο γεῦμα αὐτῆς τῆς εὐσεβοῦς οἰκογένειας ὅταν.., ντριίν! ἀκούω τὸ κουδούνι τῆς πόρτας καὶ τὴ φωνὴ τῆς Μαρίας θυμωμένη:
«Ποῦ ἔχετε τὸν Λάρρυ μου; Ἐσεῖς μοῦ τὸν πήρατε!» κι ἔρχεται, κι ἀνοίγει τὴν πόρτα τοῦ φούρνου καὶ βλέπω τὴν Μαρία μου μὲ πολλὴ χαρά. Δὲν μπορῶ νὰ σᾶς περιγράψω πόση!
Μὲ βουτᾶ ἀπ’ τὶς φτεροῦγες καὶ μὲ βγάζει ἀπ’ τὸν φοῦρνο ὅπου ψηνόμουνα, καὶ πᾶμε σπίτι μας.

«Σ’ ἔσωσα Λάρρυ μου,» λέει καὶ μ’ ἀγκαλιάζει· »ἐγὼ φταίω. Ἄλλη φορά δὲν θὰ σ’ ἀφήσω νὰ πᾶς μόνος σου στὸ super, γιατὶ θὰ σὲ φᾶνε καημενούλη μου. Τώρα ὅλα πέρασαν. Καλὰ Χριστούγεννα, Λάρρυ μου.» Καὶ φιλιόμαστε.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου