Κυριακή, 12 Δεκεμβρίου 2010

Ἀπό τήν Μυρωδιά θά Εἰσέλθουμε στήν Οὐτοπία

Ἄνθρωποι διασταυρώνονται στοὺς δρόμους
Διέρχονται ἀπρόσκοπτα ὁ ἕνας μέσα ἀπ’τὸν ἄλλον,
προκαλῶντας στιγμιαῖες ἠλεκτρικὲς ἐκκενώσεις.

Ντριίν, ἀνοίγω κι ἀντικρίζω μιὰν ἄγνωστη
«Μὲ καταδιώκουν οἱ ἀρχές,» λέει μὲ κομμένη ἀνάσα
Μ’ ἕνα αἰφνίδιο ἅλμα,
βρίσκεται ὀκλαδὸν στὸ πρόσωπό μου
Ἀπὸ τὴ μυρωδιὰ τοῦ μουνιοῦ της,
ὁ νοῦς μου εἰσέρχεται σὲ μιὰν ἱδρωμένη οὐτοπία
Στὸ στόμα της ἀναβλύζει μελάνη
Ἐμβάφει μιὰ γραφίδα καὶ γράφει:
“Ποίημα, ποιητής κι ἀναγνώστης, ταυτίζονται”
Φτύνει τὴν μελάνη κι ἁπλώνεται νύκτα.

Ἐναερίτες ποιητές,
καταρριχῶνται ἀθόρυβα ἀπ’τὴν κοιλιὰ τοῦ νέφους
Πάνω στὶς γλῶσσες τους τρεμοφέγγουν φλογίτσες
Καταλαμβάνουν τὴν πόλη, καίουν ὅλο τὸ χρῆμα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου