Κυριακή, 12 Δεκεμβρίου 2010

Ὑψικάμινοι στὴν ακτὴ


Ζῶ σὲ μιὰ τσιμεντένια καμινάδα
Μέσα εἶν’ ἕνα ἰλιγγιῶδες κλιμακοστάσιο
Σκουριασμένες στενὲς σκάλες,
Ἀνελίσσονται,
Συμπλέκονται,
Διακλαδίζονται,
Ὁδηγῶντας πολλὲς στὸ κενό,
Καταρρέοντας συχνὰ μὲ ἐκκωφαντικὸ θόρυβο.

Τὸ δέρμα μου εἶναι σκληρὸ
Περγαμηνῶδες
Τὰ μάτια διεσταλμένα, οἱ κινήσεις τρομώδεις.
Ἀναρριχῶμαι ἐπὶ μῆνες
Πλᾶσμα λευκὸ τῆς ἀβύσσου,
Ἐξαντλημένο,
Τρομαγμένο,
Γκρεμίζομαι.
Τυφλωμένο προσπαθῶ πάλι καὶ πάλι.

Φθάνω μιὰ νύχτα στὸ κυκλικὸ ἄνοιγμα
Βλέπω ἐπιτέλους τ’ ἄστρα
Ἀφουγκράζομαι τὸν ρόγχο τῆς θάλασσας
Σ’ ὁλόκληρη τὴν ἀκτή,
Ὑψώνονται μυριάδες ὑψικάμινοι.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου