Κυριακή, 12 Δεκεμβρίου 2010

Τυφλὸς ἐκ γενετῆς


“Τάκ-τάκ” κτυπῶ τὸ πεζοδρόμιο μὲ τὸ ῥαβδί μου
Ἐλέγχω ἄν ὄντως ὑπάρχει ὁ κόσμος,
Ἄν εἶναι ὄνειρο.

-«Ἔλα», μὲ καλεῖ μιὰ αἰσθησιακὴ φωνὴ
Τὴν ἀκολουθῶ σ’ ἕνα πνιγηρὰ ζεστὸ δωμάτιο
«Ἄγγιξέ με, εἶμαι γυμνή»
Κατευθύνει τὸ χέρι μου στὶς θηλές, στὸ αἰδοῖο της
-«Ποιὰ εἶσαι;»  -«Ἡ φωνὴ
Μεταμορφώνομαι σὲ ὅ,τι φαίνεται, σὲ ὅ,τι βλέπουν,
Σὲ ὅ,τι ἐκλαμβάνουν ὡς κόσμο οἱ ἄνθρωποι».

“Τάκ” μὲ τὸ ῥαβδί μου,
Ὁ κόσμος θρυμματίζεται σὲ μυριάδες ψηφίδες
Καταρρέουν στὴν ἄβυσσο
Βρίσκομαι στὸ κενὸ
Δυὸ ἥλιοι εἶναι σφηνωμένοι στὰ τυφλά μου μάτια
Ἀπὸ τὰ πέλματά μου, βρέχει.

1 σχόλιο: