Τετάρτη, 16 Απριλίου 2014

Τὰ σώματά μας εἶναι μαίανδροι στὸν ῥοῦν τῆς ζωῆς

Παντοῦ στὸν οὐρανὸ κόπρανα ἀγγέλων
Στοὺς δρόμους,
Ἀλλόφρονα σώματα τρέχουν γυμνά,
Φλογοβολῶντας ἀπ’ τὶς τρύπες τους
-«Μαλάκα γάμα με νὰ νιώσω ζωντανὴ»
μοῦ λέγει μ’ ἀπόγνωση μιὰ ἔφηβος
Τὴν παίρνω σπίτι μου, τὴ λούζω, τὴν κοιμίζω.

Βρέχει˙ σκουριάζει ἡ σιδηρᾶ μητρόπολις
Ποιός ἄγριος ποταμός,
ῥέει κάτ’ ἀπ’ τὰ βλέφαρα τῆς κοιμωμένης;
Ὄνειρα ξεχειλίζουν καὶ βάφουν τὶς παρειές της.

Σσς.., τὸ σύμπαν κρέμεται ἀπὸ τὴν ἴνα μιᾶς ἀράχνης
Ἡ ἀλλόκοτη νύκτα ἀνεμίζει χρυσοῦς ὑμένες 
Ποῦ νὰ σταθῶ καὶ ποῦ νὰ πάω˙ τίποτε δὲν ὑπάρχει
Στὶς παλάμες μου πατῶ, κι ὀρθώνομαι
Τὴν ἀνάσα τῶν νεκρῶν ποιητῶν ἀναπνέω.

ΑΓΓΕΛΟΙ ΚΑΡΦΩΝΟΝΤΑΙ ΜΕ ΤΟ ΚΕΦΑΛΙ ΣΤΗΝ ΑΣΦΑΛΤΟ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου