Πέμπτη, 28 Αυγούστου 2014

Πταρνίζομαι καὶ φεύγουν τὰ πουλιὰ ἀπ’ τὰ δένδρα

 Ὁ οὐρανὸς εἶναι γεμάτος ματωμένα δόντια
Ἀναμασᾶ ὁ Θεὸς τὶς σάρκες μας,
Καὶ φτύνει νέα σώματα.

Στοὺς τοίχους τῆς αἴθουσας γλυστροῦν χταπόδια
Τὸ δάπεδο εἶναι καλυμμένο μὲ καθρέπτες
Στὸ ἀνάκλινδρο ψυχορραγεῖ ὁ μέγας τραπεζίτης
Δεκάδες χέρια βγαίνουν ἀπὸ μέσα του
Γυρεύουν ἀπὸ κάπου νὰ πιαστοῦν
Ὅλα μαζὶ τοῦ σφίγγουν τὸ λαιμό, τὸν στραγγαλίζουν
Ὁ πρωθυπουργὸς κοιτάζει ἠλίθια,
μ’ ἕναν τεράστιο ὀφθαλμὸ ποὺ ἔχει στὸν πρωκτό.

Τὸ κορίτσι μου ντυμένο μὲ πεταλοῦδες, χορεύει
Ὅμως τὸ πέλμα της,
Δὲν βρίσκει τὸ εἴδωλό του νὰ πατήσῃ
Κραυγάζοντας πέφτει στὴν ἄβυσσο μέσα στὸν καθρέφτη
Οὐρλιάζουν οἱ λιμπελοῦλες.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου