Κυριακή, 1 Δεκεμβρίου 2013

Ὁ κόσμος εἶναι μιὰ διαταραχὴ τοῦ μυαλοῦ

Μέσα στὸ θόλο τ’ οὐρανοῦ, εἴμαστ’ οἱ σκέψεις του:
Περιφερόμαστε κρατῶντας κάτι χρυσὰ κλουβιὰ
Μέσα ἔχουμε τὰ γεννητικά μας ὄργανα
-«Ὡραῖο τὸ μουνάκι σας»
-«Κι ὁ ποῦτσος σας. Νὰ τὰ βάλωμε μαζὶ νὰ παίξουν;»

Ὁ Χριστὸς ἀπ’ τὰ σύννεφα πυροβολεῖ τραπεζίτες
Ἄγγελοι ἀπὸ ὑδροκυάνιο,
Πιάνουν τὶς ἀστραπὲς καὶ προσγειώνονται
Μιὰ διαπεραστικὴ κραυγή,
Ἀποκεφαλίζει τὸν πρωθυπουργὸ
Ἀπ’ τὸν κῶλο του πετάγεται ἕνας ἔντρομος νάνος.

-«Τί σοῦ συμβαίνει ἀπόψε, ἀγάπη μου;
Σὲ κάθε βῆμα σου,
Ἕνα κορμὶ καινούργιο βγαίνει ἀπ’ τὸ παλιὸ»
-«Εἶμ’ ἕνας ποταμὸς
Δύο στιγμὲς δὲν ζῶ στὸ ἴδιο σῶμα.»


ΟΠΟΙΟΣ ΤΟ ΔΙΑΒΑΣΕ, ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΘΗΚΕ:

Σάββατο, 9 Νοεμβρίου 2013

Ἀνία, τὸ αἴσθημα τῆς ἀνυπαρξίας (κι ἡ Πηνελόπη ἀπὸ ἀνία ἔπλεκε)

Πλήττω γιατὶ δὲν ὑπάρχω.
Γεννήθηκα ἀπὸ ἕνα χασμουρητὸ
Πεθαίνω,
καταπίνοντας τὸν κόσμο μ’ ἕνα μεγαλύτερο.

Διασχίζω μιὰν ἔρημο
Τὸ Τίποτε ὑψώνεται τεράστιο, σκουριασμένο
Τμήματα τοῦ σώματός μου,
Ἐξαφανίζονται κι ἐμφανίζονται σπασμωδικῶς
Τὰ δάκτυλα τῶν χεριῶν μου ξεφυσοῦν ἀτμοὺς
Γιὰ κεφάλι ἔχω μιὰ πυργωτὴ φωλιὰ τερμιτῶν
Πυκτὰ αἵματα χύνονται στὸ ζενὶθ τ’ οὐρανοῦ,
βάφοντας κόκκινο τὸ θόλο.

Ὁ κόσμος εἶναι σύννεφο
Τὸ σῶμα καὶ οἱ σκέψεις μου, μορφές του
Θεέ μου,
Πόσο βαρετὸς γίνεσαι γιὰ νὰ σὲ ἀποφεύγουμε!

Τρίτη, 1 Οκτωβρίου 2013

Ἡ Παναγία ἔπρεπε νὰ εἶχε κάνει κορίτσι.

Ὁ οὐρανὸς ἀντανακλᾶ ἀνάποδα τὴν πόλη
Τρελὴ ἡ Παναγία σαλαγεῖ τὰ φεγγάρια της
Ἀπ’ τὶς τρύπες π’ ἀφήνουν τὰ πέλματά της στὴν ἄσφαλτο,
Εἰσδύει ἀπόκοσμο φῶς.
-«Θέλω μιὰ κόρη ἀπὸ σένα,» μοῦ λέει
Γαμιόμαστε στὰ ὄρθια σὲ μιὰ οἰκοδομὴ
Μέσα στὴ διάφανη κοιλιά της,
Ἥλιοι κι ἀστέρες περιστρέφονται.

Στοὺς δρόμους ξεσπᾶ ἡ ἐπανάσταση:
Τὰ στήθη τῶν γυναικῶν διαρρηγνύονται,
κι ὁρμητικοὶ κρουνοὶ γάλακτος ἀναβρύζουν
Σώματα τρέχουν ἐδῶ κι ἐκεῖ
Τὸ ἕνα πόδι εἶναι παρελθὸν καὶ τ’ἄλλο μέλλον.

Ὅ,τι βλέπομε δὲν ὑπάρχει
Κι αὐτὸ ποὺ ὑπάρχει δὲν τὸ βλέπομε
Μὲ πλάθει ὁ Θεὸς καὶ γαργαλιέμαι.

Το δικτυακό μυθιστόρημα του Larry:

Τρίτη, 3 Σεπτεμβρίου 2013

Χιονοπτώσεις στὰ ὀρεινὰ τῆς συνείδησης

Πολιτικοὶ καὶ τραπεζίτες,
Συναλλάσσονται μὲ ἀνθρώπινα δόντια.

Νιφάδες πέφτουν στὴ συνείδησή μου
Πληροῦν ὡς τὸ ταβάνι τὰ δωμάτια,
Παραγεμίζουν τ’ἀνθρώπινα σώματα,
Χώνουν τὶς πολυκατοικίες.
Ἀνεβαίνω στὸ κλιμακοστάσιο σκάβοντας
Συναντῶ τὴν ἔνοικο τοῦ ἄνω διαμερίσματος
-«Τί ’ναι ὁ κόσμος χωρὶς τὴ συνείδησή μου;»
-«Ὅ,τι κι ἡ συνείδησή σου χωρὶς τὸν κόσμο» ἀπαντᾶ
»Θὰ μοῦ γαμήσῃς τώρα τὸ μουνάκι;»
Μέσα στὸ χιόνια τὰ χέρια τοῦ συζύγου της μᾶς ψάχνουν.

Πάνω στὸ χιόνι πετᾶ ὁ Θεὸς γυμνὲς γυναῖκες
Μιὰ μύγα κελαηδεῖ
Κάτι κοράκια ῥαμφίζουν τὸν σάκκο τοῦ ἥλιου
Σπίθες ξεχύνονται, -τὸ χιόνι ἀναφλέγεται.



ΤΟ ΑΠΟΚΡΟΥΣΤΙΚΩΤΕΡΟ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ:


Κυριακή, 28 Ιουλίου 2013

Λίγο πρὶν μᾶς κατασπαράξουν


Ὕαινες περιτρέχουν τὸ ἐξωτερικὸ τ’οὐρανοῦ
Ἀναζητοῦν ἄνοιγμα γιὰ νὰ εἰσέλθουν στὸν κόσμο
Τὰ δένδρα ἐξανεμίζονται,
Ἐλευθερώνοντας τὰ ξυλιασμένα οὐρλιαχτὰ τῆς γῆς.

Ἡ φράου Μέρκελ φορεῖ ἕναν ξύλινο φαλλό,
Καὶ σοδομεῖ τὸν πρωθυπουργὸ
Ἀπ’τὸ στόμα του βγαίνουν κακαρίζοντας ὄρνιθες.

Δειπνῶ ἐνῷ ἡ τυφλὴ μητέρα μου πλέκει
Ἡ ὑπηρέτρια περιφέρεται γυμνὴ
(ἔχει γλουτοὺς δορκάδος)
-«Οἱ σκέψεις σου,» λέγει σκωπτικά,
»Εἶναι ἀναθυμιάσεις τῆς τροφῆς σου»
Παλεύομε καί, -τῆς τὸν χώνω πρηνηδὸν στὸ πάτωμα
-«Ἴιι!» φρίττει ἡ μάνα μου καὶ μᾶς κεντᾶ μὲ τὶς βελόνες
Τὸ παράθυρο θρυμματίζεται,
Εἰσβάλλοντας ἕνα τεράστιο ῥύγχος ὕαινας.


ΤΟ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ ΠΟΥ ΘΑ ΣΑΣ ΔΗΛΗΤΗΡΙΑΣΕΙ:

Παρασκευή, 21 Ιουνίου 2013

Ἡ σιωπὴ εἶναι ἀπαρχὴ ἑνὸς καινούργιου κόσμου


Χράπ! ἐξαφανίζεται τὸ μισὸ δωμάτιο
Ἀδηφάγο κενὸ καταβροχθίζει τὴν πόλη
Οἱ δρόμοι κόβονται ἀπὸ ἀβυσσαλέους κρημνοὺς
Κολοβωμένα κορμιὰ πασχίζουν νὰ διαφύγουν
Τρώγει ὁ Θεὸς τὸν κόσμο!

Στὸ Σύνταγμα χιλιάδες σώματα παραληροῦν
Ὅλες οἱ λέξεις ποὺ εἰπώθηκαν ἀπὸ Γενέσεως,
Ἐπιστρέφουν στὰ στόματα τώρα
Ἄκρα σιωπή· ποτέ, τίποτε δὲν ἐλέχθη!

Βρίσκομαι στὴ λεηλατημένη Βουλὴ
Μιὰ νεαρὰ μοναχή,
Οὐρεῖ ὄρθια παραμερίζοντας τὸ ἐσώρουχο
-«Ὦ Κύριε, γάμησόν με, γάμησόν με..,» προσεύχεται
Τὴν ἀγκαλιάζω
Καὶ μὲ τὰ στήθη της, -δυὸ κεφαλὲς παρδάλεων,
Μὲ κατασπαράσσει.


Τρίτη, 21 Μαΐου 2013

Ὁ ὀργασμὸς μιᾶς γυναίκας μπορεῖ νὰ σώσῃ τὸν κόσμο


Ξυπνῶ ἀπότομα
Μιὰ ἄγνωστη ἀνεβοκατεβαίνει στὸ πέος μου!
-«Σστ, τὸ χρῆμα ἐξουσιάζει μυαλὰ καὶ σώματα,»
ψιθυρίζει δείχνοντας ἔξω ἀπὸ τὸ παράθυρο:
Ἕνας ὑπερφυσικὸς ἐγκέφαλος,
Μαρμαίρει πάνω ἀπὸ τὴν σκοτεινὴ μητρόπολη
Ἀλλεπάλληλες ἀστραπές,
Μεταδίδουν ἐντολὲς σὲ μαγευμένα σώματα.

Ἡ Ἄγνωστος λύνει τὰ μάγια ξεσπῶντας σὲ ὀργασμὸ
Τὸ κορμί της διασπᾶται σὲ χίλια κολιμπρὶ
Διαφεύγουν ἀπ’ τὸν φωταγωγὸ
Συναθροίζονται ἀλλοῦ δομῶντας τὸ σῶμα της ἐκ νέου.

Τὴν αὐγὴ διέρχεται ὁ σιτευτὸς τραπεζίτης,
καθισμένος στοὺς ὤμους τοῦ πρωθυπουργοῦ
Καθὼς ἀνάβει τὸ ποῦρο στὸν ἥλιο,
Ἀπανθρακώνονται ἀμφότεροι.


Δευτέρα, 22 Απριλίου 2013

Ἀνέμελος Νεκρὸς


 Κρατῶ στὴν παλάμη τὸ μυαλό μου
Ἐντός του ὑποφώσκουν ὁ κόσμος καὶ ὁ βίος μου:

…βρίσκομαι ἀποκλεισμένος στὴ “Μεγάλη Βρετάνια”
Στὴν γύψινη κορνίζα τῆς ὀροφῆς,
Κουρνιάζουν ἀγγελούδια μὲ γούνινα μάτια
Στὸ πλακόστρωτο ἕρπει ὁ παραπληγικὸς Σόϊμπλε
Ῥάμφη τοῦ τρυποῦν ἐκ τῶν ἔνδον τὸ πρόσωπο 
Ὄρνεα μέσα του τοῦ καταβροχθίζουν τοὺς ὀφθαλμοὺς
Διακοπὴ ῥεύματος…
Βυθίζω τὰ χέρια στὸ σῶμα τῆς μαγείρισσας
Τῆς ἀναδεύω μὲ λαγνεία τὰ σπλάγχνα
Χώνει τὰ δάκτυλα καὶ πιάνει τὴν καρδιά μου
-«Δὲν μ’ἀγαπᾶς» διαπιστώνει, «νὰ γαμήσῃς θέλεις...»

Κλειδώνω τὴν φαιὰ οὐσία σ’ἕνα συρτάρι
Τὸ ἄδειο μου κρανίο,
Εἶναι τὸ πανδοχεῖο τῶν ἀνέμων.


Σάββατο, 16 Μαρτίου 2013

Ἀπὸ τὴν μυρωδιὰ θὰ εἰσέλθουμε στὴν Οὐτοπία



 Ἄνθρωποι διασταυρώνονται στοὺς δρόμους
Περνοῦν ἀπρόσκοπτα ὁ ἕνας μέσα ἀπ’τὸν ἄλλον,
Προκαλῶντας στιγμιαῖες ἠλεκτρικὲς ἐκκενώσεις.

Ντριίν, ἀνοίγω· ἀντικρίζω μιὰν ἄγνωστη
-«Μὲ καταδιώκουν οἱ ἀρχές,» λέει μὲ κομμένη ἀνάσα
Μ’ἕνα αἰφνίδιο ἅλμα,
Βρίσκεται ὀκλαδὸν στὸ πρόσωπό μου
Ἀπ’τὴ μυρωδιὰ τοῦ μουνιοῦ της,
Ὁ νοῦς εἰσέρχεται σὲ μιὰν ἱδρωμένη οὐτοπία
Στὸ στόμα της ἀναβλύζει μελάνη,
Ἐμβάφει τὴν γραφίδα καὶ γράφει:
Ποίημα, ποιητής κι ἀναγνώστης, ταυτίζονται
Φτύνει τὴν μελάνη κι ἁπλώνεται νύκτα.

Ἐναερίτες ποιητές,
Καταρριχῶνται ἀθόρυβα ἀπ’τὴν κοιλιὰ τοῦ νέφους
Πάνω στὶς γλῶσσες τους τρεμοφέγγουν φλογίτσες
Καταλαμβάνουν τὴν πόλη, καίουν ὅλο τὸ χρῆμα.

Παρασκευή, 8 Φεβρουαρίου 2013

Οἱ τελευταῖες ἡμέρες



Σ’αὐτὴ τὴν πόλη ποτὲ δὲν βρέχει
Ἕνα ἄλογο ὠρθωμένο στὰ πίσω πόδια,
Τρώγει τὰ σύννεφα.

Μ’ἕναν παρατεταμένο πόρδο ὁ πρωθυπουργός,
Διαγράφει στοὺς αἰθέρες ἀνεξέλεγκτη πτήση
Τὸ συρρικνωμένο δέρμα πέφτει στὰ Ἐξάρχεια
Κόρακες βγαίνουν μέσα ἀπ’τοὺς ἀνθρώπους.

Χορεύω μὲ δυὸ φίλες σουὶγκ στὸ Φλορὰλ
Τ’ἄστρα βλέπουν τὴν ἴδια τους τὴν λάμψη ἀπ’τὰ μάτια μας
Καταλήγουμε στὸ παγερό τους δωμάτιο
Εἴμαστε καυλωμένοι· τὰ μουνιά τους ἀχνίζουν
Τὰ σώματα δὲν ἀντέχουν τὴν παγωνιὰ τῆς ὕπαρξης
Φτιάχνουν γύρω τους τὸ κουκούλι τοῦ κόσμου.
Τὰκ-τὰκ ἕνας τυφλὸς μὲ τὸ ῥαβδὶ ξυπνᾶ,
τοὺς θαμμένους κάτ’ἀπ’τὰ πεζοδρόμια ποιητὲς
Ἀνασηκώνουν τὶς πλάκες καὶ βγαίνουν.

ΑΓΓΕΛΟΙ ΚΑΡΦΩΝΟΝΤΑΙ ΜΕ ΤΟ ΚΕΦΑΛΙ ΣΤΗΝ ΑΣΦΑΛΤΟ