Παρασκευή, 2 Δεκεμβρίου 2011

Ρώμη - Μιλάνο


Σ’ ἕνα νυκτερινὸ τρένο στὸ τελευταίο κάθισμα,
Γαμῶ μιὰ φοιτήτρια
Εἴμαστε σκεπασμένοι μὲ τὴν κουβέρτα της
Οἱ λιγοστοὶ ἐπιβάτες κοιμῶνται.

Ἀπὸ τὸν κόλπο της βγαίνουν μυρμήγκια,
ποὺ περιτρέχουν ὁλόγυρα τὸ σῶμα μου
Καλύπτουν τελείως τὸ πρόσωπό μου
-«Δὲν μ’ ἀγαπᾶς» ψιθυρίζει, «μᾶς χωρίζει τὸ δέρμα σου
Διαχωρίζει τὸν κόσμο,
σὲ ἐσωτερικὸ καὶ ἐξωτερικό.»
Ἕνα μυρμήγκι μπαίνει στὴ μύτη μου
Πταρνίζομαι τόσο δυνατά,
ποὺ ἀναστρέφομαι ἀπ’ τὸ στόμα
Τὰ σπλάγχνα μου κι ὁ κόσμος γυρίζουν μέσα-ἔξω.

Οἱ ἐπιβάτες τινάσσονται στὸν ἀέρα
Τὸ τρένο εἰσορμᾶ στὶς σήραγγες τοῦ νοῦ
Στὸν οὐρανὸ αἱμόφυρτη ἡ καρδιά μου στάζει
Στὴ θέση της στὸ στῆθος, ἕνα σπασμένο τραπέζι
Παντοῦ μυρμήγκια.  



Τετάρτη, 2 Νοεμβρίου 2011

Τὸ ἐκμαγεῖο τῶν σωμάτων


Ὁ χῶρος εἶμαι, τὸ ἐκμαγεῖο τῶν σωμάτων
Ἐντός μου ἀποτυπώνεται,
Ἕνα γυναικεῖο σῶμα ποὺ χορεύει ἐκστατικὰ
Μ’ ἀναζητεῖ παντοῦ μ’ ὅλο τὸ δέρμα.

Τὸ σῶμα τοῦ ποιητῆ σὲ στάση ὀκλαδὸν
Στὴν κόγχη τῆς κοιλιᾶς του καίει μιὰ φλόγα
Στὶς ἄκρες τῶν δακτύλων,
Στριφογυρίζουν δέκα μανιασμένα μάτια
Σκληρὸ τρίχωμα τράγου καλύπτει τὴ γλῶσσα
Κραυγάζει στίχους
Μὲ τὶς φωνὲς ἀπωθεῖ τὸ σκοτάδι
Δημιουργεῖ χῶρο γιὰ νὰ ἐπιβιώσουν
Ἀστραπιαῖα μιὰ κραυγή κρυσταλλώνεται στὴ νύκτα.

Τὸ γυναικεῖο σῶμα ἀραιώνει
Ἑνώνεται μαζί μου
Ὁ χῶρος εἶμαι
Ἀχανεῖς ἐκτάσεις μου συμπυκνώνονται
Γίνονται σάρκα.   

Τετάρτη, 5 Οκτωβρίου 2011

Ἔχετε (1) ἀναπάντητη κλήση


Λησμονῶ τὸν ἑαυτό μου

Φαντάζομαι ὅτι εἶμαι ἀνθρώπινο σῶμα.

Τὸ σῶμα τρέμει, βομβίζει ὁλόκληρο
Ἄγριες σφῆκες μπαινοβγαίνουν στ’ ἀνοικτὸ στόμα
Ἔχουν κάνει φωλιὰ στὸ στομάχι.
Στὶς παλάμες του φυτρώνουν πλίνθινες πόλεις
Σφίγγοντας κάθε τόσο τὶς γροθιές του,
Τὶς συντρίβει μ’ ἕναν μαλακό, ὑπόκωφο θόρυβο.
Καταπακτὲς ἀνοίγουν στὸ θόλο τοῦ κρανίου
Ἀνθρωπίσκοι προβάλλουν
Γελοῦν μέχρι δακρύων.

Αἴφνης ἠχεῖ τὸ κινητό του
«Ποιός;»
Δὲν ἀπαντῶ
Μ’ ἀναγνωρίζει· «ἐσύ!» ψιθυρίζει
Ἐπανέρχομαι ἀμέσως στὸν ἑαυτό μου
Τὸ σῶμα ἐξατμίζεται. 

Παρασκευή, 26 Αυγούστου 2011

Θὰ γίνουμε ὁ παράδεισος

Ἀνθρώπινα σώματα,
Κραυγάζουν τὶς νύκτες καινούργιους κόσμους
Λάβα ἀνέρχεται ἀπὸ τὰ ἔγκατα τῆς γῆς
Περνᾶ ἀπ’ τὰ τρυπημένα τους πέλματα
Κι ἐξακοντίζεται ἀπ’ τὰ στόματα.

Αἰωροῦνται πελώριες γυναῖκες
Ἀπὸ τὴ μέση καὶ κάτω εἶναι μέδουσες
Οἱ πλόκαμοί τους σύρονται,
Ἐπάνω στὶς στέγες καὶ τοὺς θόλους τῆς μητρόπολης.

Τὸ σῶμα μου ταξιδεύει στὸ διάστημα
Εἶμαι ὁ σπόρος ποὺ φυτρώνει μέσα του
Ἀπὸ τὶς κνῆμες βγαίνουν ῾ρίζες
Ἀπὸ τὰ μάτια, κλαδιὰ μὲ φυλλώματα
Ἀπ’ τὰ δάκτυλα μῆλα
Γύρω του σχηματίζεται,
Ἕνας μικρὸς τόπος μὲ ἀραιὸ χῶμα
Κι ἕνας κῆπος
Ὅποιος ἒχει γευθεῖ τὸν καρπό μου, γνωρίζει.

Παρασκευή, 15 Ιουλίου 2011

Κόσμος εἶναι ἕνας κόκκος ἄμμου στὸ μάτι μου


Κάτι μ’ ἐνοχλεῖ στὸ μάτι
Ἐξετάζοντάς το στὸν καθρέπτη διακρίνω ἕνα τρίμμα
Τὸ ξεπλένω καί,
Τὸ λουτρὸ
Τὸ κτίριο
Ἡ γῆ κάτ’ ἀπ’ τὰ πόδια μου, ἐξαφανίζονται.

Βρίσκομαι σ’ ἕνα ἀστραφτερὸ κενὸ
Γυμνὰ ἀνθρώπινα σώματα περπατοῦν στὸν ἀέρα
Ἀνεβαίνουν κατεβαίνουν ἀόρατες κλίμακες
Συναντῶνται συνουσιάζονται.
Δὲν ἔχουν ὀφθαλμούς, εἶναι ἀόμματα
Φαντάζονται ὅτι ἀνοίγουν πόρτες
Ὅτι πιάνουν πράγματα
Ζοῦν μέσ’ τὶς ἀντανακλάσεις τοῦ μυαλοῦ τους.

Μετέωροι βράχοι,
περιμένουν ἀκίνητοι γιὰ αἰῶνες,
πάν’ ἀπ’ τὴν ἐπιφάνεια τῆς θάλασσας
Τὴ στιγμὴ ποὺ θὰ πέσουν, τὰ μάτια θ’ ἀνοίξουν.

Πέμπτη, 16 Ιουνίου 2011

Ὁ θεὸς κι ὁ Λάρρυ

«Δὲν κοιμοῦμαι
Καιροφυλακτῶ κάτω ἀπ’ τὴν κουβέρτα
Μὲ τὰ παπούτσια, μὲ τὰ ροῦχα, ἕτοιμος
Μόλις ὁ νυχτοφύλακας ἀποκοιμιέται
Δραπετεύω ἀπὸ τὸ ἄσυλο.

Βαδίζω χειρονομῶντας, παραληρῶντας
Πίσω μου ἡ πόλη καταρρέει,
κάτ’ ἀπ’ τὸ βάρος τῶν περιστεριῶν
Βαδίζω ὅλη μου τὴ ζωὴ μαινόμενος
Ἀπ’ τὸν κρατήρα τοῦ κρανίου μου,
Ἐκτινάσσονται πυρακτωμένα μυαλὰ
Τὰ χέρια μου κρώζουν
Φεύγουν, πετοῦν στὸ ἄγνωστο μέλλον.

Ἡμιθανὴς φθάνω στὸ τέλος τοῦ κόσμου
Σχίζω μὲ τὰ δόντια τὸν ὑμένα ποὺ τὸν περιβάλλει,
Κι ἀντικρίζω τὸ πρόσωπο τοῦ θεοῦ.» 


«Εἶμ’ ὁ θεὸς κι ὀνειρευόμουν τὸν κόσμο
Αὐτὸς ὁ τρελο-Λάρρυ ποὺ ἔβλεπα ὅτι ἤμουν,
Μοῦ τράβηξε τὴ μύτη καὶ μὲ ξύπνησε.»

Σάββατο, 14 Μαΐου 2011

Μιὰ παράξενη φίλη



Μεσημέρι Αὐγούστου
Σὲ μιὰν ἀπόμακρη παραλία,
Γαμῶ μιὰ φίλη
Ἐνῷ μοῦ ψιθυρίζει «σ’ἀγαπῶ,»
Χέρια ἐμφανίζονται στὸν φωτεινὸ αἰθέρα,
Καὶ μὲ τραβοῦν ἔξω ἀπ’ τὸν κόσμο.

Περνᾶ ἕνα σμῆνος,
σπερματοζωαρίων ποὺ φωσφορίζουν
Ἀκτῖνες ἀπ’ τὰ μάτια της,
προβάλλουν τρισδιάστατα σχήματα στὸ κενὸ
Μέσ’ τὸ κρυστάλλινο δάκρυ της,
κρατεῖ φυλακισμένη τὴν εἰκόνα μου
-«Ποιὰ εἶσαι, σὲ λησμόνησα,» φωνάζω μὲ ἀγωνία
-«Ἡ αἰτία ποὺ ὑπάρχεις,» ἀποκρίνεται  
«Κόσμος  -θυμίσου,
 εἶναι ὁ ποταμὸς ποὺ πηγάζει ἀπ’ τὸ στόμα μου.»

Παρασκευή, 11 Μαρτίου 2011

Ἡ μάντις



Ἀέρας εἶμαι, εἰσδύω στὰ ἀνθρώπινα σώματα
Καμένα εἶναι ἐσωτερικὰ
Ῥημαγμένοι ναοὶ
Ἰλὺς ἀπὸ αἷμα καὶ τέφρα.

Ἀνθρώπινα σώματα ἀσάλευτα στὴ βροχὴ
Μὲ βαλίτζες στὰ χέρια, μὲ βρέφη στὴν ἀγκαλιὰ
Ἕτοιμα ν’ ἀναχωρήσουν
Γιὰ ποῡ, πῶς θὰ σωθοῦν
Τὰ νερὰ κατέκλυσαν τὴ γῆ, κι ἀνεβαίνουν.

Στὶς λάσπες σφαδάζει  ἀπ’ τὶς ὠδῖνες,
Γυμνὸ τὸ κορμὶ μιᾶς ἐγκύου ἐφήβου
Γύρω τὸ πλῆθος βουβὸ προσμένει
Τὸ κορίτσι βυθίζει τὰ δάκτυλα στὴν κοιλιά του,
Κι ἀπότομα τὴν σχίζει
Φέροντας στὸ φῶς τὸν νέο κόσμο!

Ἡ τελευταία της πνοὴ πεταλουδίζει μέσα μου
Ἀέρας εἶμαι, τὴν ἐλπίδα σᾶς μεταφέρω.

Δευτέρα, 31 Ιανουαρίου 2011

Ἡ ἀπίστευτη εἴδηση

Ἡ ἀπίστευτη εἴδηση ὅτι δὲν ὑπάρχουμε,
Ὅτι ὄνειρα εἴμαστε ὁ ἕνας τοῦ ἄλλου,
Διαδίδεται γρήγορα ἀπὸ στόμα σὲ στόμα.
Τὰ ἀνθρώπινα σώματα παραλύουν
Παύουν κάθε δραστηριότητα,
Κι ἀτενίζουν ἄσκοπα τὸν ὁρίζοντα.

Περασμένα μεσάνυχτα
Σὲ μιὰ στοὰ γαμῶ μιὰν ἄγνωστη στὰ ὄρθια
Φθάνει σὲ ὀργασμό,
Καὶ μ’ ἔντονους σπασμούς τὸ κορμί της ἀλλάζει
Γίνεται διαυγές, ῥευστὸ
Τὸ ὑδάτινο ὄν ἀναβλύζει ἀπὸ τὸ σκοτάδι
Ἀστραπιαῖα ὄνειρα τὸ διατρέχουν
-«Ποιὰ εἶσαι;»
-«Ἡ πραγματικότητα· μόνον ἐγὼ ὑπάρχω»

Πάν’ ἀπ’ τὶς στέγες ἐναερίζονται,
Μεγάλα, ἡμιδιαφανῆ ᾠὰ -οἱ χίμαιρες
Στὴ στιλπνὴ μεμβράνη καθεμιᾶς,
Ἀντικατοπτρίζονται ὅλες οἱ ἄλλες
Μέσα τους κοιμῶνται ἀνθρώπινα σώματα.