Παρασκευή, 5 Δεκεμβρίου 2014

Τὰ ποιήματα ὑπάρχουν ἀπὸ πάντα. Οἱ ποιητὲς ἁπλῶς τ' ἀνακαλύπτουν.

Τὸ κουτὶ τοῦ κόσμου ἀνοίγει,
Καὶ μᾶς κοιτάζουν πρόσωπα παιδιῶν μὲ περιέργεια.

Ὁ τραπεζίτης,
Παραχώνει ἀργύρια στὸν σφιγκτῆρα του
Κέρατα βγαίνουν ἀπ’ τὰ μάτια του
Σύρματα ἀπ’ τὸ σῶμα του ποὺ μαστίζουν τὸν πλανήτη.
Σὲ κάποια τετριμμένη λέξη,
Τὰ παιδιὰ προσθέτουν νιτροβάμβακα
Ἀνύποπτος ὁ τραπεζίτης τὴν προφέρει,
Κι ἐκρήγνυται στὸ στόμα του
Ἕνας πίδακας geyser ξεπηδᾶ ἀπ’ τὸ λαρρύγγι του
Ἐπάνω του χορεύει ἡ τρελο-κεφαλή του.

Χίλιες βροντὲς ταυτόχρονα
Τὰ παιδιὰ μὲ skateboards,
Ἀναστρέφονται στὸν ὁρίζοντα,
Καὶ οὐρανοδρομοῦν στὸν θόλο ἀνάποδα.


Η ΤΕΧΝΗ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΜΙΚΡΟΤΕΡΟ ΑΠ’ ΤΑ ΚΑΚΑ ΠΟΥ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΚΑΝΕΙ Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ:












Κυριακή, 9 Νοεμβρίου 2014

Σώματα αὐταναφλέγονται στὸν ὕπνο τους

Μεταλλάσσομαι σὲ στῖλβον ὕδωρ
Μέσα ἀπ’ τὸ πολύπλοκο δίκτυο τῶν σωλήνων,
Φθάνω στὸ λουτρὸ μιᾶς λουομένης
Ἔκπληκτη βλέπει τὸ νερὸ νὰ παίρνῃ μορφὴ σώματος,
Μ’ ἕναν κρυστάλλινο φαλλὸ νὰ τὴν βιάζῃ.

Τῆς εἶμαι ἄγνωστος
Στὸ δρόμο τῆς προσφέρω τριαντάφυλλα.

Τὴ νύκτα στὸ ὑπνοδωμάτιό της,
Ἁπλώνεται βαριά, ἡ λιποθυμικὴ εὐωδιά τους
Οἱ μίσχοι τους ἑλίσσονται γύρω ἀπ’ τὰ μέλη της
Τ’ ἀγκάθια μου,
Κεντοῦν στὰ στήθη της μικρές σταγόνες αἵματος
Ἕνα ῥόδο εἰσδύει μέσα της κι ἀνθίζει
-«Λατρεύω τὸ μουνάκι σου,» τῆς ψιθυρίζω
Ξυπνᾶ καὶ μὲ βλέπει ν’ ἀπομακρύνομαι,
Πηδῶντας ἀπ’ ἄστρο σ’ ἄστρο.

Τετάρτη, 8 Οκτωβρίου 2014

Ξημερώνει ἀνοίγοντας τὸ φερμουὰρ τοῦ οὐρανοῦ

Τὸ σῶμα εἶν’ ἕνα ὄνειρο,
Ποὺ ὀνειρεύεται τὸν ἑαυτό του.

Κοιμᾶται τὸ κορίτσι μου
Γιὰ παλάμες ἔχει δύο φωλιές χελιδονιῶν
Μ’ ἕνα πούπουλο,
Τοῦ χαϊδεύω τὴν κλειτορίδα καὶ χύνει
Στὴν πόρτα στέκει ὁ Θεὸς καὶ μᾶς κοιτάζει
   Τὸ κορίτσι μου Τοῦ δίνει τὸ μῆλο:
-«Πάρ’ το· δὲν τρώγεται, εἶναι χρυσὸ
   Θὰ ἐπιστρέψω μὲ τὸν Λάρρυ στὸν Παράδεισο.»

Μὲ σφίγγει ὁ χῶρος ὥσπου μὲ κάνει ἔντομο
Στὶς πτυχώσεις του,
Ἐλλοχεύει ἕνα αἰλουροειδές, ὁ πόθος μου
Ὁρμᾶ τὸ σαρκοφάγο θηρίο,
Καὶ γλύφει τὸ ὑγρὸ μουνὶ τοῦ κοριτσιοῦ
Ἀπὸ τὴ βρύση τῆς κουζίνας μπαίνει ἥλιος.

Πέμπτη, 28 Αυγούστου 2014

Πταρνίζομαι καὶ φεύγουν τὰ πουλιὰ ἀπ’ τὰ δένδρα

 Ὁ οὐρανὸς εἶναι γεμάτος ματωμένα δόντια
Ἀναμασᾶ ὁ Θεὸς τὶς σάρκες μας,
Καὶ φτύνει νέα σώματα.

Στοὺς τοίχους τῆς αἴθουσας γλυστροῦν χταπόδια
Τὸ δάπεδο εἶναι καλυμμένο μὲ καθρέπτες
Στὸ ἀνάκλινδρο ψυχορραγεῖ ὁ μέγας τραπεζίτης
Δεκάδες χέρια βγαίνουν ἀπὸ μέσα του
Γυρεύουν ἀπὸ κάπου νὰ πιαστοῦν
Ὅλα μαζὶ τοῦ σφίγγουν τὸ λαιμό, τὸν στραγγαλίζουν
Ὁ πρωθυπουργὸς κοιτάζει ἠλίθια,
μ’ ἕναν τεράστιο ὀφθαλμὸ ποὺ ἔχει στὸν πρωκτό.

Τὸ κορίτσι μου ντυμένο μὲ πεταλοῦδες, χορεύει
Ὅμως τὸ πέλμα της,
Δὲν βρίσκει τὸ εἴδωλό του νὰ πατήσῃ
Κραυγάζοντας πέφτει στὴν ἄβυσσο μέσα στὸν καθρέφτη
Οὐρλιάζουν οἱ λιμπελοῦλες.

Πέμπτη, 31 Ιουλίου 2014

Ἄνθρωποι χορεύουν tango μὲ τὰ πτώματά τους

Μιὰ τεράστια πούτσα κρέμεται στὸν οὐρανὸ
Αὐτὴ ἡ πόλις,
Εἶναι κτισμένη ἐπάνω στὸ στῆθος μου
Οἱ κάτοικοί της κατέρχονται στὸ στόμα μου
Τοποθετοῦν δυναμίτιδες στὴν καρδιά μου
Ἐξορύσσουν αἰσθήματα.

Φυγαδεύω τὸ κορίτσι μου γιὰ νὰ σωθῇ
Τὰ μεγάφωνα ἀναγγέλλουν τὴ πτήση της
Μὲ κοιτάζει ἀνήσυχη καί,
-«Γάμησέ με γιὰ τελευταία φορὰ»
Πηγαίνομε στὶς τουαλέτες
-«Ἀπ’ τὸν κῶλο,» μουρμουρίζει βουρκωμένη.

Τὶς νύκτες ἀνοίγουν οἱ φλέβες μου,
καὶ πλημμυρίζω μὲ νόημα τὸν κόσμο
Τὰ πρωινὰ ἡ Παναγία,
Σφουγγαρίζει μ’ ἕνα νέφος τοὺς οὐρανούς.


Η ΘΑΝΑΤΗΦΟΡΟΣ ΤΟΞΙΚΟΤΗΣ ΤΩΝ ΛΕΞΕΩΝ

Παρασκευή, 4 Ιουλίου 2014

Ὁ Θεὸς ξεφυσᾶ τὸν καπνὸ τοῦ τσιγάρου του πάνω μου



Οἱ ἄνθρωποι τρώγουν τὸ φῶς
Καὶ στὸν ἀέρα σχηματίζονται,
Σπήλαια καὶ σήραγγες σκότους.

Ἀνασηκώνοντας μὲ τὸ κέρας τὸν ὁρίζοντα,
Εἰσέρχεται στὸν κόσμο,
Ἕνας ὑπερφυσικὸς ῥινόκερως
Τρομοκρατημένοι κλεινόμαστε στοὺς ναοὺς
Εἶμαι μὲ τὴν ἐξαδέλφη μου κάτω ἀπ’ τὸ στασίδι
-«Βασιλάκη» προτείνει, «παίζουμε τοὺς μεγάλους;
Βγάλε τὸ πουλάκι σου νὰ στὸ γλύψω»
Στὰ μαρμάρινα σκαλοπάτια,
Κατρακυλοῦν βολβοὶ ὀφθαλμῶν ποὺ μᾶς βλέπουν
Στὰ ὑψηρεφῆ σκοτάδια,
Πλέουν μισοδαγκωμένα κομμάτια φωτός.

Ζίπ, ἕνας ποντικὸς διασχίζει τὸν οὐρανὸ
Νιάρρ! ἐκτινάσσεται ἡ μαύρη γάτα τοῦ μυαλοῦ μου.


ΤΟ ΔΗΛΗΤΗΡΙΟ ΤΗΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ:

Τετάρτη, 4 Ιουνίου 2014

Ἐσεῖς οἱ γυναῖκες κάτι ἔχετε ποὺ μὲ τρελαίνει

Στὸν καναπὲ ἡ συγκάτοικός μου αὐνανίζεται
Ἔχει τὸ χέρι της μέσ’ τὸ ξεκούμπωτο blue jean της
-«Κι ὁ ποῦτσος σου;» ἐρωτᾶ· «θὰ μοῦ τὸν δείξῃς ἐπιτέλους;»
Μουγγρίζω
Δὲν ἔχει ἄνοιγμα τὸ στόμα μου· δὲν ἔχω χείλη
Ἀπότομα μ’ ἕνα μαχαίρι σχίζω τὸ πρόσωπό μου
-«Ναὰ..!» ἀλαλάζω ψεκάζοντάς την αἵματα
Στὴ θέση τῆς γλώσσης ἔχω μαῦρο πέος
Βούπ! φλεγόμενος πηδῶ ἀπ’ τὸ παράθυρο.

Ἅγια νύχτα!
Ἄγγελοι καταδρομεῖς,
Στραγγαλίζουν μὲ φωτοστέφανα τοὺς τραπεζίτες
Τὸ κατάφλεκτο σῶμα μου,
Μ’ ἀναζητεῖ στοὺς δρόμους, στὶς πλατεῖες, παντοῦ
Μάταια· ὅπου κι ἄν κοιτάζῃ,
Τὰ μάτια του προβάλλουν πάνω μου τὸν κόσμο.

ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑΤΟΣ

Τετάρτη, 16 Απριλίου 2014

Τὰ σώματά μας εἶναι μαίανδροι στὸν ῥοῦν τῆς ζωῆς

Παντοῦ στὸν οὐρανὸ κόπρανα ἀγγέλων
Στοὺς δρόμους,
Ἀλλόφρονα σώματα τρέχουν γυμνά,
Φλογοβολῶντας ἀπ’ τὶς τρύπες τους
-«Μαλάκα γάμα με νὰ νιώσω ζωντανὴ»
μοῦ λέγει μ’ ἀπόγνωση μιὰ ἔφηβος
Τὴν παίρνω σπίτι μου, τὴ λούζω, τὴν κοιμίζω.

Βρέχει˙ σκουριάζει ἡ σιδηρᾶ μητρόπολις
Ποιός ἄγριος ποταμός,
ῥέει κάτ’ ἀπ’ τὰ βλέφαρα τῆς κοιμωμένης;
Ὄνειρα ξεχειλίζουν καὶ βάφουν τὶς παρειές της.

Σσς.., τὸ σύμπαν κρέμεται ἀπὸ τὴν ἴνα μιᾶς ἀράχνης
Ἡ ἀλλόκοτη νύκτα ἀνεμίζει χρυσοῦς ὑμένες 
Ποῦ νὰ σταθῶ καὶ ποῦ νὰ πάω˙ τίποτε δὲν ὑπάρχει
Στὶς παλάμες μου πατῶ, κι ὀρθώνομαι
Τὴν ἀνάσα τῶν νεκρῶν ποιητῶν ἀναπνέω.

ΑΓΓΕΛΟΙ ΚΑΡΦΩΝΟΝΤΑΙ ΜΕ ΤΟ ΚΕΦΑΛΙ ΣΤΗΝ ΑΣΦΑΛΤΟ

Δευτέρα, 10 Μαρτίου 2014

Ἐλάφι ποὺ ἔχει γιὰ κέρατα δυὸ ἀστραπὲς


Κουκουλωμένος ὁ Θεὸς μὲ τὸ σεντόνι
Γαμεῖ μία νεκρὴ ποιήτρια
Τὸ δωμάτιο εἶναι δημόσια ἐφορία
Πόρτες ἀνοίγουν, κλείνουν
Κλητῆρες διασκελίζουν τὸ κρεβάτι.

Νύκτα
Ὁ κόσμος ἐξανεμίζεται βίαια
Ξαναγίνεται Λόγος, τὸν ἀναρροφεῖ ὁ Θεὸς
Μέσα στὸν μεταλλικὸ φοριαμὸ συνωθοῦνται,
Πρωθυπουργὸς καὶ τραπεζίτες
Σκράτς! σχίζουν λωρίδες ἀπ’ τὸ δέρμα τους καὶ τὶς τρῶν.

Ἀπ’ τὸ μέτωπο τῆς ποιήτριας ὁρμᾶ ἕνας βίσων
-ὀργὴ ἀπὸ τὰ δάση τοῦ μυαλοῦ της
Ἀπ’ τὸ στόμα της βγαίνουν ἠλεκτρικὲς μαρμαρυγὲς
-ἡ καινούργια γλῶσσα
Οἱ κόσμοι ποὺ θὰ ζήσωμε εἶναι ποιήματά της.

ΧΙΛΙΕΣ ΚΛΩΤΣΙΕΣ ΣΤΗΝ ΚΟΙΛΙΑ ΤΗΣ ΣΑΠΙΑΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ

Παρασκευή, 31 Ιανουαρίου 2014

Ἕνας τάρανδος σπρώχνει τὴ συννεφιὰ μὲ τὰ κέρατα

Κοιμῶμαι
Μαῦρες νιφάδες πέφτουν στὴν ἄβυσσο ἐντός μου
Κάτω ἀπ’ τὸ κρεβάτι δύο μικρὲς φιλοῦνται
-«Μούσκεμα εἶναι τὸ μουνί σου»
Μέσ’ ἀπ’ τ’ ἀπαρέμφατο «θεᾶσθαι,»
Κρυφοκοιτάζει ὁ Θεός.

Κράκ! ὁ τραπεζίτης Λεβιάθαν θραύει,
Ἀνθρώπινα κρανία στὰ σαγόνια του
Μαινόμενος καταβροχθίζει τὰ ἴδια του τὰ χέρια
Τὰ πόδια του, τὰ σπλάγχνα
Ἀπομένει ἕνα στόμα στὸ χῶμα π’ οὐρλιάζει.

Ὑπνοβατῶ στὴν ἔρημη Ἀθήνα
-«Ἀναζητῶ τὸ σῶμα μου,»
ψιθυρίζει ἀπ’ τὰ χείλη μου ὁ Θεὸς
Μὲ κάτι ψηλὰ καλάμια οἱ μικρές,
Ῥοφοῦν τὸ σεληνόφως.